Google+ Followers

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

ΘΕΩΡΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Α ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ



ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Α’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

ΑΡΘΡΟ/ ΟΡΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟ

1. Άρθρο είναι ένα κλιτό μέρος του λόγου που χρησιμοποιούμαι μπροστά από ουσιαστικά για να δηλώσουμε αν αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο ή όχι. Επομένως, το άρθρο δηλώνει την αναφορά. Μεταξύ του άρθρου και του ουσιαστικού μπορούν να παρεμβληθούν επίθετα ή αντωνυμίες με επιθετική σημασία.
2. Η ελληνική γλώσσα έχει δύο άρθρα, το οριστικό (ο, η, το) και το αόριστο (ένας, μια, ένα).

3. Το οριστικό άρθρο δηλώνει οριστική αναφορά και το χρησιμοποιούμε:

α. Συγκεκριμένα (ειδικευτική αναφορά): όταν αναφερόμαστε σε κάτι, πρόσωπο ή αντικείμενο, που γνωρίζει ο ακροατής/αναγνώστης, είτε από την εμπειρία του, αποτελούν δηλαδή κοινή για όλους γνώση (π.χ. «Ο Χρήστος σήκωσε το τηλέφωνο») είτε από κάποια αναφορά που έχει προηγηθεί γι’ αυτό (π.χ. «Ο Χρήστος μού έκανε δώρο ένα ηλεκτρονική παιχνίδι και ένα καινούργιο κινητό τηλέφωνο, αλλά το τηλέφωνο το έδωσα στην αδελφή μου») ή όταν αναφερόμαστε σε στοιχεία ή φαινόμενα που είναι ή θεωρούνται μοναδικά (π.χ. « Η σελήνη φωτίζεται από τον ήλιο») ή όταν αναφερόμαστε σε ονοματικά σύνολα που ακολουθούνται από κάποιον προσδιορισμό που τα καθορίζει με σχετική ακρίβεια (π.χ. «Ο κύριος με το καπέλο ρώτησε»).

β. Γενικευτικά (γενικευτική αναφορά): όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι «αντιπρόσωπος» του είδους (π.χ. «Το λιοντάρι είναι ο βασιλιάς των ζώων») ή αναφερόμαστε στα μέλη ενός συνόλου (π.χ. «Ο σκύλος είναι πιστός φίλος του ανθρώπου»).

γ. Σε ποσοτικές φράσεις (π.χ. «Το ένα δεύτερο των μαθητών θέλει να πάμε αύριο εκδρομή»).

δ. Για να δώσουμε έμφαση (κυρίως στον προφορικό λόγο και στις εφημερίδες) (π.χ. «Μιλάμε για τον τραγουδιστή»).

ε. Σε ελλειπτικές επιφωνηματικές προτάσεις με υποτιμητικό περιεχόμενο (π.χ. «Τον παλιάνθρωπο! Έκανε τόσο κακό!».

στ. Μπροστά από τα κύρια ονόματα, τα οποία έχουν πάντα οριστική αναφορά (π.χ. «Ο Γιάννης είναι φίλος μου»).

4. Το αόριστο άρθρο δηλώνει αόριστη αναφορά και το χρησιμοποιούμε:
α. Συνήθως όταν αναφερόμαστε γενικά και αόριστα σε κάτι (γενικευτική αναφορά), το οποίο δε γνωρίζει ο ακροατής/αναγνώστης ή το γνωρίζει, αλλά εμείς δε θέλουμε να μιλήσουμε συγκεκριμένα γι’ αυτό (π.χ. «Χθες βγήκα με ένα φίλο μου).

β. Για να δηλώσουμε έμφαση (π.χ. «Ένας καθηγητής και δεν το ξέρει αυτό!».

5. Το αόριστο άρθρο έχει μόνο ενικό αριθμό.

6. Το οριστικό άρθρο συχνά συνδυάζεται με την πρόθεση «σε» και αποκτά έτσι μια σύνθετη μορφή (σύνθετοι τύποι: στον, στη, στο, οι οποίοι συναντιούνται μόνο στη γενική και αιτιατική ενικού και πληθυντικού αριθμού).

7. Πρέπει να διακρίνουμε το αόριστο άρθρο ένας - μια - ένα τόσο από το αριθμητικό ένας – μια – ένα, το οποίο δηλώνει πως πρόκειται για ένα άτομο ή πράγμα και όχι για δύο ή περισσότερα, (π.χ. «Δε μου φτάνει μία ώρα για διάβασμα») όσο και από την αόριστη αντωνυμία ένας - μια - ένα, η οποία δεν ακολουθείται από όνομα (π.χ. «Εκεί που καθόμουν στο παγκάκι, ήρθε ένας και μου λέει να φύγω»). Δυσκολότερη γίνεται η διάκριση στην περίπτωση της επιμεριστικής αόριστης αντωνυμίας («Ένας από τους φίλους μου παίζει στην ομάδα του δήμου μας»).
Σημείωση: το αόριστο άρθρο μια συνήθως δεν τονίζεται, ενώ το αριθμητικό μία πάντα τονίζεται.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ότι:

1. Αφήγηση είναι η γραπτή ή προφορική παρουσίαση – εξιστόρηση ενός γεγονότος ή μιας σειράς γεγονότων – εξελίξεων – συμβάντων, είτε πραγματικών είτε φανταστικών. Η αφήγηση οργανώνεται με άξονα το χρόνο, αλλά οι καταστάσεις συνδέονται αιτιολογικά μεταξύ τους,
2. Η οργάνωση της αφήγησης. Ο πιο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και δομείται ένα αφηγηματικό κείμενο στηρίζεται στους εξής τρεις άξονες: πληροφορίες, δράση, λύση. Ειδικότερα, ο δομικός σκελετός ενός αφηγηματικού κειμένου μπορεί να είναι:

α. Γενικές πληροφορίες (έχει θέση Προλόγου) για:
· το γεγονός (ή τα γεγονότα ή την ιστορία) που θέλουμε να αφηγηθούμε,
· το λόγο για τον οποίο θέλουμε να αφηγηθούμε το γεγονός αυτό ή το σκοπό αυτής της αφήγησης,
· τους ήρωες, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην αφήγηση,
· το χώρο όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα,
· το χρόνο κατά τον οποίο διαδραματίζονται.

β. Η δράση (έχει θέση Κύριου Μέρους), δηλαδή:
· η αφετηρία – έναρξη της ιστορίας / αφήγησης (από ποιο γεγονός ή κατάσταση ξεκίνησε η ιστορία που θα αφηγηθούμε),
· η εξέλιξη της ιστορίας / αφήγησης (πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα, με ποια σειρά και με ποια σχέση μεταξύ τους) και
· η έκβασή – το αποτέλεσμα – η κατάληξη της ιστορίας / αφήγησης (πώς δηλαδή τελείωσε η ιστορία, τι έγινε στο τέλος).

γ. Η λύση (έχει θέση Επιλόγου), η κρίση δηλαδή του αφηγητή για το νόημα της ιστορίας που παρουσίασε.

5. Η συνοχή ενός αφηγηματικού κειμένου διασφαλίζεται καταρχήν με τη σωστή οργάνωση της αφήγησης καθώς και με τη χρήση των κατάλληλων λεκτικών μέσων σύνδεσης.
Ειδικότερα, η συνοχή ενός αφηγηματικού κειμένου επιτυγχάνεται με:
α) Συνδετικές (διαρθρωτικές) λέξεις οι οποίες κατά βάση δηλώνουν χρονικές και αιτιολογικές σχέσεις μεταξύ των γεγονότων. Τέτοιες λέξεις είναι κυρίως:
· σύνδεσμοι, επιρρήματα ή προθετικά σύνολα που δηλώνουν χρόνο (χρονική σειρά, ακολουθία, διάρκεια κ.λπ. των γεγονότων), π.χ. «αρχικά, στην αρχή, πρώτα, μετά, ύστερα, κατόπιν, όταν, πριν, εντωμεταξύ, στη συνέχεια, στη διάρκεια, παράλληλα, ταυτόχρονα, στο τέλος κ.λπ.»,
· λέξεις ή φράσεις που δηλώνουν αιτιολογικές σχέσεις μεταξύ των γεγονότων (σχέσεις αιτίου – αποτελέσματος), π.χ. «επειδή, αφού, εξαιτίας, καθώς, για το λόγο αυτό, έτσι, το αποτέλεσμα ήταν, με συνέπεια να, κ.λπ.».
· Αλλά και άλλες συνδετικές λέξεις ή φράσεις που δηλώνουν:
- γενικευτική ή ειδικότερη αναφορά, π.χ. «γενικότερα, ειδικότερα, πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στο, κ.λπ.»,
- προσθήκη / συμπλήρωση / πρόσθεση, π.χ. «επίσης, και, επιπλέον, παράλληλα, ακόμη, στην αρχή, στη συνέχεια, κ.λπ.»,
- αντίθεση, προκειμένου να αποδώσουν τις τυχόν αντιθετικές σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των γεγονότων της περιγραφής, π.χ. «όμως, ωστόσο, αλλά, αντίθετα, παρόλα αυτά, κ.λπ.»,
- επεξήγηση, π.χ. «δηλαδή, με άλλα λόγια, για να γίνω σαφέστερος, κ.λπ.»,
- υπόθεση – προϋπόθεση, π.χ. «αν, άμα, με την προϋπόθεση ότι, σαν, κ.λπ.»,
- παράδειγμα, π.χ. «για παράδειγμα, λόγου χάρη, κ.λπ.»,
- βεβαίωση, π.χ. «βέβαια, φυσικά, αναμφισβήτητα, κ.λπ.»,
- έμφαση, π.χ. «και κυρίως, κατά κύριο λόγο, πρέπει να τονιστεί, κ.λπ.»
- τελικό συμπέρασμα - συγκεφαλαίωση, προκειμένου να διατυπώσουμε κρίσεις σχετικές με κάποια συμπεράσματα που προκύπτουν από τη διαδικασία της αφήγησης, π.χ. «το συμπέρασμα που προκύπτει, λοιπόν, από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα, συμπερασματικά, κ.λπ.».

β) Επανάληψη (αναδίπλωση) μιας λέξης ή φράσης που προαναφέρθηκε (π.χ. «[…] και μετά τον χτύπησε. Τον χτύπησε τόσο δυνατά ώστε …»).

γ) Επανάληψη (αναδίπλωση) της λέξης που προσδιορίζει την ιστορία της αφήγησης ή είναι η ίδια η ιστορία (το γεγονός) + κάποιο προσδιοριστικό (αντωνυμία), π.χ. αν η αφήγηση αναφέρεται σε ένα ατύχημα: «[…]. Η ιστορία αυτή …/ Το γεγονός αυτό… / Το ατύχημα αυτό…».

δ) Τη χρήση συνώνυμων ή συγγενικών (ή συνυπώνυμων, υπερώνυμων) λέξεων ή φράσεων για κάποια λέξη που προαναφέρθηκε ή που είναι λέξη-κλειδί + κάποιο προσδιοριστικό (αντωνυμία), π.χ. αν η ιστορία αναφέρεται σε κάποιο «ατύχημα» μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φράση «ατυχές περιστατικό» («[…]. Ένα τέτοιο ατυχές περιστατικό …»).

6. Τα χαρακτηριστικά της γλώσσας της αφήγησης:
· Κύριο γραμματικό γνώρισμα της αφήγησης είναι, όπως προαναφέρθηκε, οι συνδετικές λέξεις ή φράσεις που δείχνουν τη χρονική σειρά-συνάφεια των γεγονότων (π.χ. «αρχικά, ύστερα, κατά τη διάρκεια, εκείνη τη στιγμή» κ.λπ.), αλλά και την αιτιολογική τους σχέση (π.χ. «επειδή, αφού, εξαιτίας, καθώς» κ.λπ.).
· Τα ρήματα στην αφήγηση. Το αφηγηματικό κείμενο, επειδή αποτελεί εξιστόρηση της δράσης κάποιων προσώπων-ηρώων, εμπεριέχει δράση και εξέλιξη και γι’ αυτό αξιοποιεί πολύ το ρήμα.
- Χρησιμοποιεί, έτσι, κυρίως ρήματα δράσης (τρέχω, πέφτω, συναντώ, χτυπώ, αγωνίζομαι κ.λπ.) και ρήματα έκφρασης σκέψεων και συναισθημάτων (σκέφτομαι, νομίζω, αναρωτιέμαι, αισθάνομαι, νιώθω, χαίρομαι, λυπάμαι, φοβάμαι κ.λπ.).
- Σημαντικό ρόλο στην αφήγηση παίζουν και οι χρόνοι των ρημάτων. Τα ρήματα στην αφήγηση βρίσκονται συνήθως σε παρελθοντικούς χρόνους (παρατατικό και αόριστο). Ο βασικός χρόνος της αφήγησης είναι ο αόριστος, αφού αυτός είναι ο χρόνος της ιστορίας και της διήγησης γεγονότων και, μέσω της συνοπτικής διάστασης που έχει, αποδίδει την ακολουθία των γεγονότων και επιταχύνει την αφήγηση. Ωστόσο, στην αφήγηση συχνά χρησιμοποιείται και ο παρατατικός με την εξακολουθητική διάρκεια που έχει, ο οποίος χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δώσουμε μεγαλύτερη διάρκεια στα γεγονότα που αφηγούμαστε.
- Μερικές φορές, όμως, ο πομπός επιλέγει τον ενεστώτα ή ακόμη και το μέλλοντα για να αφηγηθεί γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν. Όταν χρησιμοποιεί τον ενεστώτα επιθυμεί να φέρει το γεγονός πιο κοντά στη χρονική στιγμή της αφήγησης και να κάνει το λόγο του πιο άμεσο, παραστατικό και ζωντανό, ενώ χρησιμοποιεί το μέλλοντα για να αφηγηθεί γεγονότα που έγιναν μετά από κάποια άλλα που ήδη έχει παρουσιάσει σε παρελθοντικούς χρόνους ή σε ενεστώτα.


7. Μέσα στην αφήγηση μπορεί να υπάρχουν και άλλοι εκφραστικοί τρόποι. Μπορεί να υπάρχει διάλογος ή εσωτερικός μονόλογος των ηρώων, ο οποίος κυρίως δείχνει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των ηρώων, κάνοντας την αφήγηση πιο άμεση και ζωντανή. Μπορεί, επίσης, να υπάρχει και περιγραφή, η οποία είναι απαραίτητη για να παρουσιαστεί ο «χώρος» της αφήγησης ή τα πρόσωπα και τα χαρακτηριστικά των ηρώων, κάνοντας έτσι την αφήγηση πιο παραστατική.






Παράγοντες επικοινωνίας

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:

Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Η επικοινωνία θεωρείται επιτυχής όταν ο δέκτης μπορεί να καταλάβει το μήνυμα που του στέλνει ο πομπός, όταν δηλαδή ο δέκτης λαμβάνει ακριβώς την ίδια πληροφορία που έστειλε ο πομπός.

2) Η διαδικασία με την οποία ο πομπός οργανώνει τον τρόπο με τον οποίο θα στείλει το μήνυμα λέγεται κωδικοποίηση και η διαδικασία με την οποία ο δέκτης το λαμβάνει και προσπαθεί να το επεξεργαστεί και να το κατανοήσει λέγεται αποκωδικοποίηση.

3) Το μέσο με το οποίο στέλνεται το μήνυμα ονομάζεται δίαυλος. Ο δίαυλος μπορεί να είναι φυσικός, π.χ. η πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία (ομιλία), ή τεχνητός, π.χ. το τηλέφωνο, η επιστολή, το διαδίκτυο κ.λπ.. Το μήνυμα μεταβιβάζεται ακουστικά ή/και οπτικά.

4) Ο δίαυλος, δηλαδή το μέσο που επιλέγουμε για να επικοινωνήσουμε, επηρεάζει τη μορφή και το ύφος του μηνύματος. Όταν για παράδειγμα επιλέγουμε τη φυσική επικοινωνία «πρόσωπο με πρόσωπο» το μήνυμα που στέλνουμε είναι πολύ πιο αναλυτικό και άμεσο σε σχέση με το μήνυμα που στέλνουμε με ένα γραπτό μήνυμα μέσω κινητού τηλεφώνου.

5) Η κατανόηση του μηνύματος από την πλευρά του δέκτη εξαρτάται από τους εξής παράγοντες:
· Από τον κώδικα που χρησιμοποιεί ο πομπός και κατά πόσο αυτός είναι γνωστός-κοινός, τον καταλαβαίνει δηλαδή ο δέκτης. Για παράδειγμα, αν ο πομπός μιλά χρησιμοποιώντας ως κώδικα τη γλώσσα των τυφλών και ο δέκτης δεν τη γνωρίζει, τότε δεν μπορεί ο δέκτης να καταλάβει το μήνυμα που του στέλνει ο πομπός. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με το γλωσσικό κώδικα, εφόσον ο πομπός μιλά σε μια γλώσσα, π.χ. γερμανικά, που δεν τη γνωρίζει ο δέκτης.
· Από το επίπεδο γνώσης του γλωσσικού κώδικα. Για παράδειγμα μπορεί ο πομπός να χρησιμοποιεί ένα ιδιαίτερο σύνθετο και πολύπλοκο επίπεδο λόγου, με αποτέλεσμα ο δέκτης, ο οποίος δε βρίσκεται στο ανάλογο επίπεδο γνώσης της γλώσσας, να δυσκολεύεται να τον κατανοήσει.
· Από την σαφήνεια του μηνύματος. Η σαφήνεια εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο ο πομπός κωδικοποιεί το μήνυμα και το στέλνει. Αν για παράδειγμα χρησιμοποιεί το γλωσσικό κώδικα, η σαφήνεια του λόγου του θα εξαρτηθεί: 1) από το κατά πόσο θα επιλέξει τις κατάλληλες λέξεις και φράσεις για να σχηματίσει σωστές γραμματικά και συντακτικά προτάσεις, που θα μπορεί ο δέκτης να τις καταλάβει, αλλά και 2) από τα αν αυτές οι προτάσεις (ο λόγος του) ταιριάζουν στις συγκεκριμένες συνθήκες επικοινωνίας [σε ποιον απευθύνεται, μέσα σε ποιο περιβάλλον (π.χ. φιλικό, σχολείο κ.λπ.) και μέσω ποιου διαύλου].
· Από τον τρόπο που ο δέκτης βιώνει την κατάσταση μέσα στην οποία δέχεται το μήνυμα. Και αυτό εξαρτάται από την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται και από τις μέχρι τότε εμπειρίες (βιώματα) που έχει από τα περιβάλλοντα (π.χ. οικογενειακό, σχολικό, κοινωνικό, πολιτισμικό κ.λπ.), μέσα στα οποία έμαθε να σκέφτεται και να λειτουργεί. Αν για παράδειγμα ο δέκτης είναι ταραγμένος ή έχει εντελώς διαφορετικά βιώματα από αυτά που το συγκεκριμένο περιβάλλον επικοινωνίας απαιτεί, τότε θα δυσκολευτεί να κατανοήσει πλήρως το μήνυμα.
6) Όλα αυτά τα παραπάνω καθορίζουν και αποδεικνύουν αν ο πομπός διαθέτει την ικανότητα να επικοινωνεί σωστά με τον ή τους δέκτες. Και αυτή η ικανότητα ονομάζεται επικοινωνιακή ικανότητα.
7) Η διαδικασία της επικοινωνίας έχει πάντα κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Ο πομπός, δηλαδή, στέλνει ένα μήνυμα με το οποίο προσπαθεί να πετύχει κάτι. Προσπαθεί για παράδειγμα να δώσει ή να λάβει κάποια πληροφορία, να προτείνει κάτι, να ζητήσει κάτι, να συμβουλέψει, να απειλήσει, να συμφωνήσει με μια πρόταση, ή να εκφράσει συναισθήματα, όπως χαρά, φόβο, λύπη και οτιδήποτε άλλο μπορεί να σκεφτεί ή να νιώσει και θέλει να το μεταδώσει στους άλλους ανθρώπους.
8) Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Αρχικά γινόταν με το λόγο (προφορικός λόγος – ομιλία), στη συνέχεια με παραστάσεις εικόνων και κατόπιν με τη γραφή (γραπτός λόγος). Σήμερα, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί και τους τρεις αυτούς τρόπους, ανάλογα με τις περιστάσεις:
· Προτιμά, δηλαδή, το λόγο (ομιλία) όταν βρίσκεται στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά ή με τους φίλους του και θέλει πρόσωπο με πρόσωπο (φυσικός δίαυλος) να συζητήσει αναλυτικά ένα θέμα, να λύσει κάποιο πρόβλημα, να ακούσει άμεσα και γρήγορα τις απόψεις και τα συναισθήματα των άλλων ή όταν επικοινωνεί τηλεφωνικά με τους άλλους (τεχνητός δίαυλος) κ.λπ..
· Επιλέγει τη γραφή (γραπτό λόγο): 1) όταν θέλει να επικοινωνήσει με κάποιον φίλο του ή γνωστό του που βρίσκεται μακριά, π.χ. σε άλλη πόλη ή σε άλλη χώρα, και δεν μπορεί εύκολα να τον συναντήσει, οπότε του στέλνει κάποια επιστολή ή κάποιο μήνυμα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) μέσω του διαδικτύου (ίντερνετ) ή και κάποιο γραπτό μήνυμα μέσω του κινητού τηλεφώνου του (SMS), 2) όταν πρέπει να υποβάλλει εγγράφως ένα αίτημά του σε κάποια υπηρεσία (π.χ. σε κάποιο υπουργείο), 3) όταν πρέπει να γράψει ένα κείμενο, όπως είναι η έκθεση στο σχολείο ή οι γραπτές εξετάσεις, 4) όταν θέλει να καταγράψει κάπου κάποια γεγονότα, (π.χ. να κρατήσει σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο ή να γράψει στα «τετράδια επικοινωνίας» των μαθητών) κ.λπ..
· Ενώ, χρησιμοποιεί την εικόνα όταν θέλει να στείλει ή να δείξει μια φωτογραφία ή μια ζωγραφιά που θα δηλώνει κάτι, π.χ. μια ζωγραφιά που απεικονίζει μια καρδιά για να δείξει την αγάπη του σε ένα πρόσωπο, μια εικόνα με το χάρτη της Ελλάδας για να δείξει την πόλη και το νομό που ζει ή την πρόγνωση του αυριανού καιρού στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας κ.λπ. Η εικόνα χρησιμοποιείται και πάλι στις μέρες μας έντονα, λόγω της δυνατότητας που παρέχουν τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα να στέλνουν εικονομηνύματα (MMS).
· Η εξέλιξη, τέλος, της τεχνολογίας δίνει και επιπλέον δυνατότητες να επικοινωνούμε συνδυάζοντας εικόνα και γραπτό λόγο (εικονομήνυμα και γραφή μέσω των κινητών τηλεφώνων και του διαδικτύου), αλλά και εικόνα και προφορικό λόγο (τηλεδιάσκεψη, μέσω του διαδικτύου ή βιντεοκλήση μέσω των κινητών τηλεφώνων τρίτης γενιάς). Και αυτούς τους τρόπους επιλέγουν όλο και περισσότερο να χρησιμοποιούν οι νέοι σήμερα.



Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:

1) Εκτός από το γλωσσικό κώδικα χρησιμοποιούμε για την επικοινωνία μας και άλλους κώδικες, οι οποίοι βασίζονται σε διάφορα σήματα. Τέτοιοι κώδικες είναι ο κώδικας γραφής των τυφλών, η νοηματική γλώσσα των κωφαλάλων, ο γενικότερος κώδικας νευμάτων και κινήσεων που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι (μιμόγλωσσα), τα σήματα Μορς, τα σήματα καπνού που χρησιμοποιούσαν οι Ινδιάνοι για να συνεννοούνται από απόσταση, τα τύμπανα που χρησιμοποιούσαν κάποιοι ιθαγενείς στην Αφρική, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, ο κώδικας επικοινωνίας μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), ο κώδικας των μαθηματικών, της χημείας, της φυσικής, της βιολογίας, της πληροφορικής, της ζωγραφικής, της μουσικής, ο κώδικας των γκράφιτι, αλλά και πολλοί άλλοι κώδικες, όπως ο κώδικας που υπάρχει στα διάφορα αθλήματα (ποδόσφαιρο, καλαθοσφαίριση), ακόμη και οι κώδικες που επινοούν και χρησιμοποιούν, έστω και περιορισμένα και παροδικά, οι άνθρωποι, όπως για παράδειγμα κάποια σήματα που χρησιμοποιεί μια παρέα νέων που θέλει να επικοινωνεί χωρίς να καταλαβαίνουν τι λένε οι γύρω τους.

2) Ιδιαίτερη σημασία για την επικοινωνία των ανθρώπων έχει ο γλωσσικός κώδικας.

3) Το γλωσσικό κώδικα μπορούμε να τον συγκρίνουμε με τους άλλους κώδικες όσον αφορά στο μέσο (δίαυλο) μετάδοσης των μηνυμάτων, στη μορφή ή δομή του μηνύματος, στο μέγεθος του μηνύματος κ.λπ..

4) Συγκρίνοντας το γλωσσικό κώδικα με τους άλλους κώδικες διαπιστώνουμε ότι:
· Ο γλωσσικός κώδικας είναι πιο αναλυτικός και διεξοδικός, εφόσον παρέχει τη δυνατότητα ενός εκτενούς διαλόγου για διάφορα θέματα. Οι άλλοι κώδικες είναι πιο σύντομοι και κωδικοποιημένοι, περιορίζοντας τα περιθώρια διεξοδικής ανάπτυξης ενός θέματος.
· Ο γλωσσικός κώδικας είναι πιο πλούσιος. Διαθέτει μεγαλύτερη, σε σχέση με τους άλλους κώδικες, δεξαμενή συμβόλων-λέξεων.
· Ο γλωσσικός κώδικας εξελίσσεται και εμπλουτίζεται συνεχώς, αφού έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί συνεχώς νέες λέξεις που ορίζουν καθετί που σκέφτεται, νιώθει ή παρατηρεί ο άνθρωπος. Οι άλλοι κώδικες είναι πιο περιορισμένοι ως προς τη δυνατότητα να δημιουργούν συνεχώς νέα σήματα.
· Ο γλωσσικός κώδικας είναι ένας «ζωντανός οργανισμός» που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Πολλοί επιστήμονες ισχυρίζονται πως στον άνθρωπο υπάρχει ένα «γλωσσικό ένστικτο» που έχει κάποια συγκεκριμένη θέση στον εγκέφαλο και τον κάνει, καθώς αναπτύσσεται, να μιλά και να γράφει. Άρα, ο γλωσσικός κώδικας είναι πιο φυσικός και μαθαίνεται έμφυτα, ενώ οι άλλοι κώδικες είναι «τεχνητοί», τους έφτιαξαν δηλαδή οι άνθρωποι για να εξυπηρετήσουν κάποιες ανάγκες επικοινωνίας, π.χ. τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας για να ρυθμίζουν με ομαλό και ασφαλή τρόπο.
Βέβαια, πρέπει να επισημάνουμε ότι κάποιοι κώδικες, όπως η γλώσσα των τυφλών ή η νοηματική γλώσσα των κωφαλάλων πλησιάζουν πολύ στα χαρακτηριστικά του γλωσσικού κώδικα. Ενώ, η γλώσσα του σώματος μπορεί να είναι πιο εκφραστική ή ο κώδικας της ζωγραφικής να ενεργοποιεί περισσότερο, από ό,τι ο γλωσσικός κώδικας, τη φαντασία μας.

5) Πολυτροπικά κείμενα ονομάζονται τα κείμενα που εκτός από το γραπτό λόγο (γλωσσικός κώδικα) χρησιμοποιούν και σήματα από άλλους κώδικες για να μεταδώσουν τα μηνύματά τους. Για παράδειγμα μέσα σε ένα γραπτό κείμενο, εκτός από το λεκτικό μέρος, δηλαδή τις λέξεις, μπορούμε να συναντήσουμε και άλλα σήματα, από άλλους κώδικες, όπως είναι κάποιο σήμα που δηλώνει τον «κίνδυνο». Αν αδιαφορήσουμε για αυτά τα άλλα σήματα, τότε δεν έχουμε «διαβάσει» πλήρως και ολοκληρωμένα το μήνυμα. Κάτι μας διέφυγε. Η ασταμάτητη εξέλιξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας μας παρέχει πάρα πολλές δυνατότητες να φτιάξουμε τέτοια κείμενα, για παράδειγμα στέλνοντας μηνύματα από το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή το κινητό μας με λέξεις και διάφορα σήματα.

6) Η επικοινωνία μέσω πολυτροπικών κειμένων ονομάζεται πολυτροπική επικοινωνία.











Τα συνδετικά ρήματα

·        Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
·        Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
·        1) Συνδετικά ρήματα είναι τα ρήματα που συνδέουν το υποκείμενο του ρήματος με ένα κατηγορούμενο (π.χ. Η Άννα είναι μαθήτρια).
·        2) Το βασικότερο συνδετικό ρήμα είναι το είμαι. Άλλα συνδετικά ρήματα είναι: γίνομαι, φαίνομαι, μοιάζω, παραμένω, θεωρούμαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, αποδεικνύομαι, εκλέγομαι, διορίζομαι, πάω για, μιλάω ως, αποτελώ, ονομάζομαι, λέγομαι, αναγνωρίζομαι, ανακηρύσσομαι, χειροτονούμαι, κληρώνομαι, ζω, μένω, γεννιέμαι, πεθαίνω, υπηρετώ, λογαριάζομαι, κ.λπ.
·        3) Κατηγορούμενο είναι ένα επίθετο ή ένα ουσιαστικό που δηλώνει ότι το υποκείμενο έχει μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό ή βρίσκεται σε μια κατάσταση.
·        4) Το κατηγορούμενο του υποκειμένου μπαίνει στην ίδια πτώση με το υποκείμενο, δηλαδή σε ονομαστική, π.χ. «Η Άννα είναι μαθήτρια), (εκτός αν πρόκειται για ουσιαστικό σε πτώση γενική, οπότε είναι γενική κατηγορηματική, π.χ. «Το αυτοκίνητο είναι του πατέρα μου»).
·        5) Τα συνδετικά ρήματα χρησιμοποιούνται συχνά στην περιγραφή προσώπων, αντικειμένων, καταστάσεων κ.λπ., επειδή με αυτό τον τρόπο αποδίδουμε τις ιδιότητες αυτού που περιγράφουμε, οι οποίες αποτελούν ταυτόχρονα και νέες πληροφορίες (π.χ. «Ο πατέρας μου είναι ψηλός, αδύνατος…»).














ΟΝΟΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Κάθε πρόταση αποτελείται από δύο βασικά μέρη: τη ονοματική φράση (ΟΦ) (είναι η φράση που έχει ως κεντρική λέξη ένα ουσιαστικό, π.χ. «Ο μαθητής») και τη ρηματική φράση (ΡΦ) (είναι η φράση που ως κεντρική λέξη έχει το ρήμα της πρότασης και ακολουθούν αν υπάρχουν και τα συμπληρώματα ή οι προσδιορισμοί του, π.χ. «έκανε φασαρία μέσα στην τάξη»).
2) Ονοματική φράση (0Φ) έχει ως πυρήνα ένα ουσιαστικό ή κάποιο στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό, όπως είναι τα ουσιαστικοποιημένα επίθετα, ή να αντικαταστήσει ένα ουσιαστικό, όπως είναι οι αντωνυμίες (π.χ. Εγώ έφυγα), τα επίθετα (π.χ. Φοράει μαύρα.), αριθμητικό (π.χ. Είμαστε είκοσι.), άλλο μέρος του λόγου (π.χ. Χίλια ευχαριστώ) ή και δευτερεύουσα ονοματική πρόταση (π.χ. όσα μου είπε ήταν ψέματα).
3) Μια ονοματική φράση μπορεί να έχει απλή μορφή (π.χ. άρθρο + ουσιαστικό: ο Γιώργος) ή διευρυμένη μορφή, να αποτελείται δηλαδή από περισσότερες λέξεις-όρους πέραν του άρθρου και του ουσιαστικού)
4) Όταν η ονοματική φράση έχει διευρυμένη μορφή, τότε μπορεί να περιέχει: α) επιθετική φράση (π.χ. Αγόρασα πολλά βιβλία.), β) απόλυτο ή τακτικό αριθμητικό (π.χ. Οι τρεις πρώτοι αθλητές θα βραβευτούν), γ) άρθρο (π.χ. Ο ή Ένας μαθητής χτύπησε.), δ) προσδιορισμό (π.χ. Ο κάθε άνθρωπος αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον.), ε) κτητική αντωνυμία (π.χ. Ο αδερφός μου είναι.), στ) επιρρηματικό προσδιορισμό (π.χ. Διαβάζω από χθες το απόγευμα.), ζ) από σύνδεσμο (π.χ. Ο μεν πατέρας μου έφυγε, η δε μητέρα μου ήρθε.) ή η) από ονοματική, συνήθως αναφορική πρόταση (π.χ. Το μάθημα το οποίο διαβάσαμε χθες ήταν δύσκολο.).
5) Μια ονοματική φράση μπορεί να λειτουργήσει ως:
¨ Υποκείμενο ενός ρήματος σε πτώση ονομαστική. Υποκείμενο είναι μια λέξη ή φράση που δηλώνει ποιος ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια ή βρίσκεται σε μια κατάσταση (π.χ. Ο σκύλος γάβγισε).
¨ Άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο σε πτώση αιτιατική ή γενική. αντικείμενο είναι μια λέξη που δηλώνει το πρόσωπο ή το πράγμα στο οποίο μεταφέρεται η ενέργεια του υποκειμένου (Ο σκύλος δάγκωσε την αδερφή μου).
¨ Κατηγορούμενο του υποκειμένου ή του αντικειμένου σε πτώση ονομαστική ή αιτιατική αντίστοιχα. Κατηγορούμενο είναι μια λήξη που δηλώνει κάποια ιδιότητα-χαρακτηριστικό του υποκειμένου ή του αντικειμένου (π.χ. Ο σκύλος είναι επικίνδυνος).
¨ Συμπλήρωμα πρόθεσης, να εξαρτάται δηλαδή από μια πρόθεση σε πτώση



ΟΝΟΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΗΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ

ΟΝΟΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Κάθε πρόταση αποτελείται από δύο βασικά μέρη: τη ονοματική φράση (ΟΦ) (είναι η φράση που έχει ως κεντρική λέξη ένα ουσιαστικό, π.χ. «Ο μαθητής») και τη ρηματική φράση (ΡΦ) (είναι η φράση που ως κεντρική λέξη έχει το ρήμα της πρότασης και ακολουθούν αν υπάρχουν και τα συμπληρώματα ή οι προσδιορισμοί του, π.χ. «έκανε φασαρία μέσα στην τάξη»).
2) Ονοματική φράση (0Φ) έχει ως πυρήνα ένα ουσιαστικό ή κάποιο στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό, όπως είναι τα ουσιαστικοποιημένα επίθετα, ή να αντικαταστήσει ένα ουσιαστικό, όπως είναι οι αντωνυμίες (π.χ. Εγώ έφυγα), τα επίθετα (π.χ. Φοράει μαύρα.), αριθμητικό (π.χ. Είμαστε είκοσι.), άλλο μέρος του λόγου (π.χ. Χίλια ευχαριστώ) ή και δευτερεύουσα ονοματική πρόταση (π.χ. όσα μου είπε ήταν ψέματα).
3) Μια ονοματική φράση μπορεί να έχει απλή μορφή (π.χ. άρθρο + ουσιαστικό: ο Γιώργος) ή διευρυμένη μορφή, να αποτελείται δηλαδή από περισσότερες λέξεις-όρους πέραν του άρθρου και του ουσιαστικού)
4) Όταν η ονοματική φράση έχει διευρυμένη μορφή, τότε μπορεί να περιέχει: α) επιθετική φράση (π.χ. Αγόρασα πολλά βιβλία.), β) απόλυτο ή τακτικό αριθμητικό (π.χ. Οι τρεις πρώτοι αθλητές θα βραβευτούν), γ) άρθρο (π.χ. Ο ή Ένας μαθητής χτύπησε.), δ) προσδιορισμό (π.χ. Ο κάθε άνθρωπος αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον.), ε) κτητική αντωνυμία (π.χ. Ο αδερφός μου είναι.), στ) επιρρηματικό προσδιορισμό (π.χ. Διαβάζω από χθες το απόγευμα.), ζ) από σύνδεσμο (π.χ. Ο μεν πατέρας μου έφυγε, η δε μητέρα μου ήρθε.) ή η) από ονοματική, συνήθως αναφορική πρόταση (π.χ. Το μάθημα το οποίο διαβάσαμε χθες ήταν δύσκολο.).
5) Μια ονοματική φράση μπορεί να λειτουργήσει ως:
¨ Υποκείμενο ενός ρήματος σε πτώση ονομαστική. Υποκείμενο είναι μια λέξη ή φράση που δηλώνει ποιος ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια ή βρίσκεται σε μια κατάσταση (π.χ. Ο σκύλος γάβγισε).
¨ Άμεσο ή έμμεσο αντικείμενο σε πτώση αιτιατική ή γενική. αντικείμενο είναι μια λέξη που δηλώνει το πρόσωπο ή το πράγμα στο οποίο μεταφέρεται η ενέργεια του υποκειμένου (Ο σκύλος δάγκωσε την αδερφή μου).
¨ Κατηγορούμενο του υποκειμένου ή του αντικειμένου σε πτώση ονομαστική ή αιτιατική αντίστοιχα. Κατηγορούμενο είναι μια λήξη που δηλώνει κάποια ιδιότητα-χαρακτηριστικό του υποκειμένου ή του αντικειμένου (π.χ. Ο σκύλος είναι επικίνδυνος).
¨ Συμπλήρωμα πρόθεσης, να εξαρτάται δηλαδή από μια πρόθεση σε πτώση αιτιατική ή γενική (Η αδερφή μου δαγκώθηκε από το σκύλο).
¨ Προσδιορισμός μιας άλλης ονοματικής φράσης, να εξαρτάται δηλαδή από τη κεντρική λέξη μιας άλλης ΟΦ (Ο σκύλος του γείτονα δάγκωσε την αδερφή μου.).


ΡΗΜΑΤΙΚΗ ΦΡΑΣΗ
· Τα συστατικά στοιχεία μιας ρηματικής φράσης (ΡΦ) είναι: κύριο συστατικό είναι το ρήμα, δευτερεύοντα συστατικά μπορεί να είναι κάποια συμπληρώματα του ρήματος, λέξεις δηλαδή που συμπληρώνουν το νόημα, οι οποίες αποτελούν ονοματικές φράσεις (π.χ. δάγκωσε την αδερφή μου), ή διάφοροι προσδιορισμοί, με επιρρήματα και με προθέσεις (π.χ. δάγκωσε την αδερφή μου στο πόδι.).
· Άρα, μια ΟΦ ή ΡΦ όταν έχει διευρυμένη μορφή εμπεριέχει άλλες ΟΦ ή επιρρηματικούς ή εμπρόθετους προσδιορισμούς. Π.χ. η ΟΦ «Ο σκύλος του γείτονα» αποτελείται από δύο ΟΦ, το βασικό συστατικό «Ο σκύλος», που είναι η ΟΦ1 και από το συμπλήρωμά της σε γενική πτώση «του γείτονα», που αποτελεί την ΟΦ2. Ενώ η ΡΦ «δάγκωσε την αδερφή μου» αποτελείται από το βασικό συστατικό που είναι το ρήμα «δάγκωσε» και από την ΟΦ «την αδερφή μου».





ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ / ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΠΤΩΤΟΙ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
- Οι πτώσεις δείχνουν τη σχέση που μπορεί να έχουν οι ονοματικές φράσεις μεταξύ τους.

- Όταν η ονοματική φράση (ουσιαστικό) που προσδιορίζει μια άλλη βρίσκεται στην ίδια πτώση με αυτή, τότε ονομάζεται ομοιόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. «Είναι ο φίλος του, ο Αλέξης»). Αντίθετα, όταν βρίσκεται σε διαφορετική πτώση, ονομάζεται ετερόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. «Είναι ο φίλος του αδερφού μου»).

- Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί είναι συνήθως σε πτώση γενική, η οποία μπορεί να δηλώνει:
¨ Τον κτήτορα («Το αυτοκίνητο του πατέρα μου»).
¨ Το δράστη μιας ενέργειας και ονομάζεται γενική υποκειμενική («Ακούγεται το σφύριγμα του ανέμου»).
¨ Τον αποδέκτη μιας ενέργειας και ονομάζεται γενική αντικειμενική («Οι νέοι είναι συντελεστές πρόοδου»).
¨ Τον τόπο («Το κρασί της Λήμνου είναι εξαίσιο»).
¨ Το χρόνο («Τα επιτεύγματα του αιώνα μας είναι θαυμαστά»).
¨ Τις διαστάσεις («Έχτισε σπίτι με συνολική έκταση διακοσίων τετραγωνικών»).
¨ Την ιδιότητα («Τους ακολουθούσαν τα πουλιά της θάλασσας»).
¨ Το σκοπό ή τη χρήση («Παράγγειλε τα ρούχα του γάμου»).
¨ Την αιτία («Τον αρρώστησε ο πόνος του χωρισμού»).
¨ Το σύνολο και ονομάζεται γενική διαιρετική («Η πλειοψηφία των μαθητών θέλει ένα καλύτερο εξεταστικό σύστημα»)
¨ Κ.λπ.

- Οι ομοιόπτωτοι προσδιορισμοί χρησιμοποιούνται:
¨ Για να ορίσουν ακριβέστερα το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερο και γνωστό γνώρισμα σ’ αυτό ή απλώς για να το χαρακτηρίσουν και ονομάζονται παράθεση («Του μίλησα για την αγάπη, το πιο όμορφο συναίσθημα»). Η παράθεση μπορεί να αναλυθεί με αναφορική πρόταση, οπότε εννοείται το «ο οποίος, -α, -ο», («Του μίλησα για την αγάπη, η οποία είναι το πιο όμορφο συναίσθημα»). Παράθεση θεωρείται και ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός που δηλώνει τη σχέση περιέχοντος και περιεχομένου («ένα ποτήρι νερό»), διαιρεμένου όλου και εκείνων που το αποτελούν («ένα κοπάδι πρόβατα») κ.λπ.
¨ Για να διασαφηνίσουν-επεξηγήσουν το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, όταν η έννοια του είναι γενική και κάπως αόριστη και ονομάζονται επεξήγηση («Εγώ είμαι, ο Γιώργος»), οπότε εννοείται το «δηλαδή».
Πώς μπορούμε να διακρίνουμε την παράθεση από την επεξήγηση:
Στην παράθεση από μια έννοια ειδικότερη (μερικότερη) πηγαίνουμε σε μια άλλη έννοια γενικότερη. Η πορεία δηλαδή είναι από το μερικό στο γενικό (π.χ. «Η Κατερίνα, η φίλη μου, κέρδισε το στοίχημα.»).
Στην επεξήγηση συμβαίνει το αντίστροφο, από μια έννοια δηλαδή γενικότερη πηγαίνουμε σε μια έννοια μερικότερη. Η πορεία είναι από το γενικό στο μερικό (π.χ. «Η φίλη μου, η Κατερίνα, κέρδισε το στοίχημα.»).

ΕΠΙΘΕΤΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:

Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
1) Μια από τις βασικότερες λειτουργίες του επιθέτου είναι να προσδιορίζει ένα ουσιαστικό, στο οποίο αποδίδει μια συγκεκριμένη (μόνιμη) ιδιότητα (π.χ. «ο καλός άνθρωπος»). Στην περίπτωση αυτή το επίθετο λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός.
2) Το επίθετο που έχει αυτό το ρόλο (επιθετικός προσδιορισμός) βρίσκεται στο ίδιο γένος, αριθμό και πτώση με το ουσιαστικό που προσδιορίζει (π.χ. «ο καλός άνθρωπος»: πτώση ονομαστική, γένος αρσενικό και αριθμό ενικό, όπως είναι και το ουσιαστικό).
3) Η κανονική θέση αυτών των επιθέτων είναι πριν το ουσιαστικό, ενώ αν υπάρχει και άρθρο τότε ακολουθεί του άρθρου και προηγείται του ουσιαστικού (π.χ. «ο καλός άνθρωπος»). Βέβαια, για λόγους έμφασης μπορεί να βρίσκεται μετά το ουσιαστικό (π.χ. «ένας άνθρωπος καλός»). Όταν, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει και οριστικό άρθρο ο/η/το τότε το άρθρο επαναλαμβάνεται και πριν από το επίθετο (π.χ. «ο άνθρωπος ο καλός»).
4) Ουσιαστικοποιημένο επίθετο ονομάζεται το επίθετο το οποίο λειτουργεί ως βασικό συστατικό μιας ονοματικής φράσης, δηλαδή χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, χωρίς να αναφέρεται το ουσιαστικό που προσδιορίζει, το οποίο βέβαια εννοείται [π.χ. «φόρεσε τα μαύρα (ρούχα)», «όπου φτωχός (άνθρωπος) και η μοίρα του», «το δημοτικό (σχολείο)].



Οι πτώσεις ως δείκτες για τη σχέση ουσιαστικού και ρήματος

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να ξαναθυμηθεί τη θεωρία της 4ης και 5ης ενότητας και να γνωρίζει ότι:
- Οι πτώσεις δείχνουν τη σχέση που μπορεί να έχει ένα ουσιαστικό με το ρήμα του.
- Το υποκείμενο βρίσκεται πάντα σε πτώση ονομαστική (π.χ. Ο μαθητής γράφει).

- Το αντικείμενο μπορεί να βρίσκεται, ανάλογα με το ρήμα, σε πτώση αιτιατική, (π.χ. «Γράφω την άσκηση») ή γενική (π.χ. «Η Μαίρη μοιάζει της μητέρας της»).
- Το κατηγορούμενο βρίσκεται σε πτώση ονομαστική, όταν δίνει μια πληροφορία για το υποκείμενο, οπότε ονομάζεται κατηγορούμενο του υποκειμένου, (π.χ. Η Άννα είναι όμορφη») ή σε πτώση αιτιατική, όταν δίνει μια πληροφορία για το αντικείμενο, οπότε ονομάζεται κατηγορούμενο του αντικειμένου, (π.χ. «Ο φίλος μου θεωρεί την Άννα όμορφη»).

- Ειδικότερα οι πτώσεις ως δείκτες για τη σχέση ουσιαστικού και ρήματος δηλώνουν:
¨ Η ονομαστική δηλώνει το υποκείμενο του ρήματος.
¨ Η αιτιατική μπορεί να δηλώνει: α) το αντικείμενο των μεταβατικών ρημάτων, είτε το άμεσο («Ο δάσκαλος άνοιξε το βιβλίο») είτε το έμμεσο («Ο δάσκαλος εξετάζει τον Πέτρο μαθηματικά»), β) το κατηγορούμενο του αντικειμένου («Ο φίλος μου θεωρεί την Άννα όμορφη»), γ) κάποια επιρρηματική σημασία, π.χ. τον τόπο («Φιλοξενούμε φίλους σπίτι μας»), το χρόνο («»Διαβάζω όλη τη μέρα»), το σκοπό («Πήγε κυνήγι»), το μέσο («Λουσμένοι φως κοιτάζουμε γύρω μας θαμπωμένοι»), την αξία («Πληρώνεται δέκα ευρώ την ώρα») ή το μέτρο διαφοράς («Κόντυνε τη φούστα δέκα πόντους») και δ) μπορεί να είναι με πρόθεση και να δηλώνει έμμεσο αντικείμενο («Έδωσα το κινητό στον Κώστα»), κατηγορούμενο, προσδιορισμό επιθέτου και επιρρηματικός προσδιορισμός.
¨ Η γενική μπορεί να δηλώνει: α) το αντικείμενο (έμμεσο) ρημάτων («Η Μαίρη μοιάζει της μητέρας της») και τότε μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο προσδιορισμό («Η Μαίρη μοιάζει στη μητέρας της») και β) το πρόσωπο που δέχεται τις συνέπειες της ενέργειας του ρήματος και ονομάζεται γενική προσωπική Μου είναι δύσκολο να σε ξεχάσω»).


























ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:

Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει:

Α. ΝΑ ΞΑΝΑΘΥΜΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ 4η ΕΝΟΤΗΤΑ ΟΤΙ:

1) Παραγωγή είναι η διαδικασία κατά την οποία από μια λέξη σχηματίζουμε, με την προσθήκη κάποιων στοιχείων, άλλες λέξεις (παράγωγες λέξεις). Π.χ. από τη λέξη «παιδί» σχηματίζουμε την παραγωγική λέξη «παιδάκι».
2) Ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο παράγονται λέξεις είναι ο εξής: προσθέτουμε στο θέμα της λέξης κάποια παραγωγικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά ονομάζονται προσφύματα και η διαδικασία προσφυματική παραγωγή. Τα στοιχεία αυτά προστίθενται είτε αριστερά, δηλαδή πριν, από το θέμα και ονομάζονται προθήματα [π.χ. προσθέτουμε μια πρόθεση ή το στερητικό α πριν τη λέξη (φεύγωδιαφεύγω, κακόςάκακος)] είτε δεξιά, δηλαδή μετά το θέμα και ονομάζονται επιθήματα [π.χ. στο θέμα της λέξης προσθέτουμε μια νέα διαφορετική κατάληξη, που λέγεται παραγωγική κατάληξη (πατέραςπατερούλης)].
3) Τα πιο συνηθισμένα προθήματα είναι: οι προθέσεις (κατά, μετά, παρά, αντί, από), το στερητικό α-, τα λόγια αχώριστα μόρια (ξε-, ημι-, αρχι-, δυσ-, ομο-, ευ-, παν-, αει-, διχο, τηλε-).
Σημείωση: επίσης ως προθήματα χρησιμοποιούνται και πολλές προθέσεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, όπως αμφί, ανά, διά, εις, εκ, και εξ,, εν (εμ-, εγ-, ελ-, ερ-), επί (επ-, εφ-), περί, υπό (υπ-, υφ-) προ, υπέρ, συν (συγ-, συλ-, συμ-, συρ-, συσ-, συ-, συνε-), οι οποίες σύμφωνα με τη Νεοελληνική Γραμματική του Μ. Τριανταφυλλίδη εντάσσονται στα λόγια αχώριστα μόρια.


Β. ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΟΤΙ:

1) Νέα ουσιαστικά παράγονται από άλλα ουσιαστικά, επίθετα ή ρήματα: α) με τη χρήση προθημάτων (όπως αναφέρονται παραπάνω) και β) με την προσθήκη στο θέμα τους ποικίλων παραγωγικών καταλήξεων-επιθημάτων.
2) Τα νέα αυτά ουσιαστικά έχουν ποικίλες σημασίες, οι οποίες αποδίδονται και με ανάλογες παραγωγικές καταλήξεις. Πιο συγκεκριμένα τα παράγωγα ουσιαστικά μπορεί να δηλώνουν (ή να σημαίνουν):
¨ Υποκορισμό: καταλήξεις -ούλα (μανούλα), -οπούλα (βοσκοπούλα), -ούλης (ομορφούλης), -όπουλο (κατόπουλο), -ούδι (αγγελούδι), -κας (μπαμπάκας), -άκι (παιδάκι), -άκης (Γιωργάκης), -ίτσα (γατίτσα). -άκος (δρομάκος).
¨ Μεγέθυνση: καταλήξεις -άρος (παίδαρος), -αράς (κοιλαράς), -άλας (κεφάλας), -ακλάς (φωνακλάς), -αρόνα (σπιταρόνα), -ούκλα (ψαρούκλα), -ούρα (χαιρετούρα), -άτορας (συμβουλάτορας).
¨ Πρόσωπο ή επάγγελμα: καταλήξεις -ας (κλειδαράς), -έας (κουρέας), -ιέρης (πορτιέρης), -δόρος (τορναδόρος), -ίστας (πιανίστας, ο), -ίστα (πιανίστα, η), -τζής (ταξιτζής), -της (ράφτης), -τής (αθλητής), -ιώτης (στρατιώτης), -ίτης (τεχνίτης), -ιάς (βαφιάς), -ιστής (ποδοσφαιριστής), -ίστρια (τραγουδίστρια), -άρης (βαρκάρης), -ιέρα (καμαριέρα).
¨ Τόπο: καταλήξεις -είο (βιβλιοπωλείο), - ικο (μπακάλικο), -ιά (ρεματιά), -ία (Αγγλία), -δικο (ψιλικατζήδικο), -τήριο (δικαστήριο), -τήρι (εργαστήρι).
¨ Όργανο ή σκεύος: καταλήξεις -έας (προβολέας), -ιέρα (τοστιέρα), -τήρας (ανεμιστήρας), -της (διακόπτης), -τρα (χύτρα), -τήρι (ανοιχτήρι), -τήριο (πληντύριο), -ερό (τσαγερό).
¨ Ενέργεια ή αποτέλεσμα ενέργειας: καταλήξεις -εία (θαραπεία), -ειά (δουλειά), -εια (καλλιέργεια), -άλα (τρεχάλα), -(σ/ξ/ψ)η (βράση), -ία (επιτυχία), -ιά (μαχαιριά), -ιμο (πλύσιμο), -μα (ζέσταμα), -μός (σκοτωμός), -μη (πληρωμή), -το (βογκητό), κ.λπ.
¨ Κατάσταση ή ιδιότητα: καταλήξεις -άδα (φρεσκάδα), -οσύνη (καλοσύνη), -ότητα (οικειότητα), -ύτητα (ταχύτητα), -εια (απάθεια), -ίλα (ξινίλα), -ιλίκι (νταϊλίκι), -μάρα (κουταμάρα), -ούρα (θολούρα), -ιά (ζαστασιά).
¨ Θεωρία, τέχνη ή γνώση, επιστήμες, τρόπο συμπεριφοράς: καταλήξεις -ικά (μαθηματικά), -ική (ζωγραφική), -ισμός (ρεαλισμός).
¨ Φυτά: κατάληξη -ιά (πορτοκαλιά).
¨ Χρώματα: κατάληξη -ί (θαλασσί)..




Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
1) Τα ονόματα και τα ρήματα διακρίνονται σε απλά, όταν σχηματίζονται από το θέμα και την κατάληξη (π.χ. ντομάτα), και σε μη απλά, όταν είναι προϊόντα παραγωγής (π.χ. ντοματ-ιά) ή σύνθεσης (αγγουροντομάτα).
2) Παραγωγή είναι η διαδικασία κατά την οποία από μια λέξη σχηματίζουμε με την προσθήκη κάποιων στοιχείων κάποιες άλλες λέξεις (παράγωγες λέξεις). Π.χ. από τη λέξη «παιδί» τη λέξη «παιδάκι».
3) Ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο παράγονται λέξεις είναι ο εξής: προσθέτουμε στο θέμα της λέξης κάποια παραγωγικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά ονομάζονται προσφύματα και η διαδικασία προσφυματική παραγωγή. Τα στοιχεία αυτά προστίθενται είτε αριστερά, δηλαδή πριν, από το θέμα και ονομάζονται προθήματα [π.χ. προσθέτουμε μια πρόθεση ή το στερητικό α πριν τη λέξη (φεύγωδιαφεύγω, κακόςάκακος)] είτε δεξιά, δηλαδή μετά το θέμα και ονομάζονται επιθήματα [π.χ. στο θέμα της λέξης προσθέτουμε μια νέα διαφορετική κατάληξη, που λέγεται παραγωγική κατάληξη (πατέραςπατερούλης)].
4) Τα πιο συνηθισμένα προθήματα είναι: οι προθέσεις (κατά, μετά, παρά, αντί, από), το στερητικό α-, τα λόγια αχώριστα μόρια (ξε-, ημι-, αρχι-, δυσ-, ομο-, ευ-, παν-, αει-, διχο, τηλε-).
Σημείωση: επίσης ως προθήματα χρησιμοποιούνται και πολλές προθέσεις της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, όπως αμφί, ανά, διά, εις, εκ, και εξ,, εν (εμ-, εγ-, ελ-, ερ-), επί (επ-, εφ-), περί, υπό (υπ-, υφ-) προ, υπέρ, συν (συγ-, συλ-, συμ-, συρ-, συσ-, συ-, συνε-), οι οποίες σύμφωνα με τη Νεοελληνική Γραμματική του Μ. Τριανταφυλλίδη εντάσσονται στα λόγια αχώριστα μόρια.
5) Τα πιο συνηθισμένα επιθήματα ή παραγωγικές καταλήξεις είναι οι καταλήξεις των υποκοριστικών (μανούλα, παιδάκι, Γιωργάκης), των μεγεθυντικών (παίδαρος, κεφάλας), αλλά και οι καταλήξεις –ένιος (ασημένιος), -ικός (αρχικός), -ιμός (φαγώσιμος), -τέος (μετεξεταστέος), -ούχος (αδειούχος), -τός (γραπτός), -ωπός (κοκκινωπός), -ότητα (οικειότητα), -της (αθλητής), -τήρας (αλτήρας), -άρχης (γυμνασιάρχης) κ.λπ.
6) Σε μια λέξη συχνά συναντάμε περισσότερα από ένα επιθήματα ή προθήματα ή και τα δύο (π.χ. συν-εργατ-ικ-ότητα)
7) Σύνθεση έχουμε όταν μια λέξη σχηματίζεται από την ένωση των θεμάτων δύο ή περισσότερων λέξεων (π.χ. αγγουροντομάτα). Η πρώτη λέξη ονομάζεται πρώτο συνθετικό (αγγούρι) και η δεύτερη δεύτερο συνθετικό (ντομάτα).
8) Το πρώτο συνθετικό μπορεί να είναι: κάποιο επίρρημα (καλώς + σκέφτομαι: καλοσκέφτομαι), επίθετο (γλυκός + ανάλατος: γλυκανάλατος), αριθμητικό (πρώτος + πορεία: πρωτοπόρος), ρήμα (ανοίγω + κλείνω: ανοιγοκλείνω) ή ουσιαστικό (μαχαίρι + πιρούνια: μαχαιροπίρουνα).















Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας
Ο μαθητής πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Τα ονόματα και τα ρήματα διακρίνονται σε απλά, όταν σχηματίζονται από το θέμα και την κατάληξη (π.χ. ντομάτα), και σε μη απλά, όταν είναι προϊόντα παραγωγής (π.χ. ντοματ-ιά) ή σύνθεσης (αγγουρο-ντομάτα).

2) Παραγωγή είναι η διαδικασία κατά την οποία από μια λέξη σχηματίζουμε, με την προσθήκη κάποιων στοιχείων, κάποιες άλλες λέξεις (παράγωγες λέξεις). Π.χ. από τη λέξη «παιδί» τη λέξη «παιδάκι».

3) Ο συνηθέστερος τρόπος με τον οποίο παράγονται λέξεις είναι ο εξής: προσθέτουμε στο θέμα της λέξης κάποια παραγωγικά στοιχεία. Τα στοιχεία αυτά ονομάζονται προσφύματα και η διαδικασία προσφυματική παραγωγή. Τα στοιχεία αυτά προστίθενται είτε αριστερά, δηλαδή πριν, από το θέμα και ονομάζονται προθήματα [π.χ. προσθέτουμε μια πρόθεση ή το στερητικό α πριν τη λέξη (φεύγω διαφεύγω, κακός άκακος)] είτε δεξιά, δηλαδή μετά το θέμα και ονομάζονται επιθήματα [π.χ. στο θέμα της λέξης προσθέτουμε μια νέα διαφορετική κατάληξη, που λέγεται παραγωγική κατάληξη (πατέραςπατερούλης)].

4) Τα πιο συνηθισμένα προθήματα είναι τα αχώριστα μόρια.

5) Άρα, αχώριστα μόρια είναι οι λέξεις (παραγωγικά μορφήματα) οι οποίες δεν στέκονται μόνες τους στο λόγο και χρησιμοποιούνται μόνο για την παραγωγή άλλων λέξεων.

6) Τα αχώριστα μόρια χωρίζονται σε λόγια και μη λόγια (ή λαϊκά).

7) Τα λόγια αχώριστα μόρια προέρχονται α) από προθέσεις της Αρχαίας Ελληνικής ή β) από παλαιότερες λέξεις ή μέρος λέξεων της Νέας Ελληνικής.
α) Τα σημαντικότερα λόγια αχώριστα μόρια, που προέρχονται από προθέσεις της αρχαίας, με τις αντίστοιχες σημασίες τους είναι τα εξής:

¨ Δια- (δι-): δηλώνει α) διανομή (διαμοιράζω), β) χωρισμό (διαίρεση), γ) διασκορπισμό (διασπείρω), δ) διαφορά (διαφωνώ), ε) συναγωνισμό (διαγωνίζομαι), στ) εναντίωση, διαμάχη (διαπληκτίζομαι), η) επίταση και έμφαση (διαφθείρω), θ) υπεροχή (διάκριση), ι) κίνηση μέσα από τόπο ή από ένα σημείο προς άλλο (διέρχομαι), ια) χρονική διάρκεια (διαμονή), ιβ) διακοπή (διακόπτω), ιγ) έμμεσα εξαγόμενη γνώση ή συμπέρασμα (διάγνωση) και ιδ) σχέση μεταξύ πραγμάτων (διακρατικός).
¨ Επι- (επ-, εφ-): δηλώνει α) πάνω (επίγειος), β) προσθήκη (επιπρόσθετα), γ) μετά, κατόπιν (επιδόρπιο), δ) την αμέσως επόμενη βαθμίδα από αυτή που δηλώνει το β΄ μέρος (επιλοχίας), ε) το τέλος μιας διαδικασίας (επισφραγίζω), στ) σκοπό ή αιτία (επιζήμιος) και ζ) εχθρική διάθεση (επιτίθεμαι).
¨ Εισ-: δηλώνει α) κίνηση προς τα εμπρός (εισέρχομαι) και β) αποδοχή ή ένταξη (εισακούω).
¨ Εκ- (εξ-): δηλώνει α) διεργασία που οδηγεί σε μια ενέργεια (εκδημοκρατισμός), β) αφαίρεση (εκβραχισμός), γ) έμφαση, επίταση (έκθαμβος) και δ) κατεύθυνση ή φορά προς τα κάτω (εκσφεδονίζω).
¨ Εν- (εμ-, εγ-, ελ-): δηλώνει α) ένταξη ή εισαγωγή (ενυπάρχει), β) προσθήκη, απόκτηση ή επιπλέον κατοχή ή εκδήλωση αυτού που δηλώνει το β΄ μέρος (έμπειρος), γ) υπαγωγή σε κάποια κατάσταση (έγγαμος) και δ) κάτι που χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό (ένθερμος).
¨ Περι-: δηλώνει α) από όλες τις πλευρές, γύρω-γύρω (περικυκλώνω), β) κίνηση, είτε με περιστροφή (περιστροφή) είτε από μια αφετηρία προς το τέρμα (περιέρχομαι), γ) επίταση, έμφαση της σημασίας του β΄ μέρους (περίφημος), δ) προσοχή ή φροντίδα (περιποιούμαι) και ε) αδιαφορία ή υποτιμητική αντιμετώπιση (περιφρονώ).
¨ Συν- (συ-, συμ-, συγ-, συλ-, συρ-, συσ-): δηλώνει α) κάτι που γίνεται από κοινού ή με τη βοήθεια άλλου (συνδιδασκαλία), β) κοινό χαρακτηριστικό πραγμάτων ή προσώπων (σύγχρονος) και γ) σχέση με περισσότερα από ένα πράγματα ή πρόσωπα (συνδεση).
¨ Υπο- (υπ-, υφ-): δηλώνει α) κατηγοριοποίηση (υποσύνολο), β) ιεραρχικά κατώτερη θέση (υποδιευθυντής), γ) κάτι που βρίσκεται κάτω από κάτι άλλο ή κινείται προς τα κάτω (υπόγειος), δ) κάτι που βρίσκεται υπό την επίδραση και την εξουσία κάποιου άλλου και πρέπει να υποτάσσεται σε αυτό (υπόδουλος), ε) κάτι που γίνεται κρυφά ή λαθραία (υποκινώ), στ) κάτι που χαρακτηρίζεται από κίνηση προς τα πίσω (υποχωρώ), ζ) κάτι που γίνεται ή υπάρχει σε μικρό βαθμό ή για μικρό χρονικό διάστημα (υποαπασχολούμαι), η) ανεπάρκεια, στέρηση, ελάττωση (υπογλυκαιμία), θ) έντονο τρόπο (υπενθυμίζω), ι) στη Χημεία: τη μικρότερη αναλογία οξυγόνου ή τη χαμηλότερη οξιδωτική βαθμίδα μιας χημικής ένωσης σε σχέση με τις άλλες (υποχλωριώδες).



Σημείωση: Σύμφωνα, όμως, με τους Κλαίρη και Μπαμπινιώτη (2005) και ορισμένες προθέσεις της Νέας Ελληνικής (πέραν αυτών που χαρακτηρίζονται απαρχαιωμένες) εξελίχθηκαν παράλληλα και ως προθήματα, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται άλλοτε ως ελεύθερα στοιχεία με ένα όνομα, έχοντας καθαρά προθετική ονοματική λειτουργία (π.χ. από το σχολείο) και άλλοτε ως προθήματα για την παραγωγή λέξεων / ρημάτων, έχοντας καθαρά προθηματική λειτουργία (αποβάλλω). Ενδεικτικά αναφέρονται μερικές και οι αντίστοιχες σημασίες τους:
- Ανα-: δηλώνει α) κάτι που γίνεται εκ νέου ή επαναλαμβάνεται (ανανέωση), β) κάτι που χαρακτηρίζεται από ανοδική κίνηση (αναβάθμιση) και γ) κάτι που αρχίζει να εκδηλώνεται (αναθαρρεύω).
- Αντι- (αντ-, ανθ-): δηλώνει α) προβαθμίδα αξιώματος ή αναπλήρωση (αντιδήμαρχος), β) αντίθεση/εναντίωση (αντικαπνιστής), γ) αντίθετη θέση (αντιμέτωπος), δ) αμοιβαία ενέργεια, ως ανταπόδοση σεκάτι (αντικαλημερίζω), ε) ισοδύναμη αξία ή τιμή (αντάξιος), στ) ομοιότητα με κάτι άλλο (αντίγραφο), ζ) την προηγούμενη ή επόμενη μέρα (αντιπροχθές), η) αντίδραση προς επίσημες ή καθιερωμένες εκδηλώσεις (αντιδιαδήλωση) και θ)αποτροπή ή καταπολέμηση (αντιπυρετικό).
- Απο- (απ-, αφ-): δηλώνει α)απομάκρυνση (απόστρατος), β) στέρηση ή αφαίρεση (απογαλακτισμός), γ) μετά από κάτι (απόδειπνο), δ) υπόλοιπο ή κατάλοιπο ενός πράγματος (απόσταγμα), ε) επίταση, κάτι στο μέγιστο βαθμό (αποβλάκωση), στ) ολοκλήρωση (αποπεράτωση), ζ) διάλυση, ανατροπή (αποδιοργάνωση) και η) άρνηση (απάνθρωπος).
- Μετα-: δηλώνει γενικά διάδοχη κατάσταση ή μετάβαση σε κάποιο άλλο επίπεδο. Ειδικότερα, δηλώνει α) τη μετάβαση, το πέρασμα σε κάτι νέο (μεταγραφή), β) τη χρονική ακολουθία (μεταμεσονύχτιο), γ) αλλαγή (μεταποιώ), δ) θέση μετά από κάτι άλλο (μετατάρσιο) και ε) υπέρβαση ή κριτική σε επιστήμη, μέθοδο κ.ά. (μεταμοντερνισμός).
- Παρα-: δηλώνει α) κατάσταση ή δραστηριότητα που αναπτύσσεται παράλληλα και έξω από τα νόμιμα όρια (παραπαιδεία) ή παρουσιάζει απόκλιση από το συνηθισμένο (παράνομος) ή απόκλιση από το ορθό (παράνοια), β) κοντά, δίπλα, πλησίον (παραθαλάσσιο), γ) παραβολή, σύγκριση μιας ομοιότητας ή συναγωνισμό (παρόμοιος), δ) αντικατάσταση ή υποκατάσταση (παραμάνα), ε) μεταβολή ή αλλοίωση (παραποιώ), στ) αφαίρεση, στέρηση, απομάκρυνση ή αποφυγή (παρακάμπτω), ζ) υπερβολή (παραδιαβάζω) και η) έμφαση (παραέχει).
- Υπερ-: δηλώνει α) σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο από το συνηθισμένο, υπερβολή, υπέρβαση ορίων (υπερπαραγωγή), β) εξουδετέρωση δυσχερειών, κατανίκηση εμποδίων και αντιπάλων (υπερνικώ), γ) κάτι πέρα ή πάνω από κάτι άλλο (υπέργειος), δ) υπεροχή, επικράτηση (υπερέχω), ε) εκδήλωση υποστήριξης, παροχή βοήθειας (υπερασπίζομαι) και στ) στη Χημεία: την ύπαρξη χημικής ένωσης ηλεκτραρνητικού στοιχείου σε αναλογία μεγαλύτερη από αυτή που καθορίζει ο συνήθης αριθμός οξίδωσής του (υπεροξίδιο).


β) Τα σημαντικότερα λόγια αχώριστα μόρια που προέρχονται από παλαιότερες λέξεις ή μέρος λέξεων της Νέας Ελληνικής με τις αντίστοιχες σημασίες τους είναι τα εξής:

¨ Αμφι-: δηλώνει α) κάτι που συμβαίνει ή υπάρχει και στα δύο μέρη ή και από τις δύο πλευρές (αμφίπλευρος) και β) κάτι που βρίσκεται μεταξύ δύο αντίθετων εννοιών ή ανάμεσα σε δύο μέρη (αμφιταλάντευση).
¨ Αυτο-: δηλώνει αναφορά στο ίδιο πράγμα / στον εαυτό του (αυτοάμυνα).
¨ Αρχι-: δηλώνει α) πρωτεία ή υπεροχή (αρχιστράτηγος), β) ότι κάτι βρίσκεται στην αρχή (αρχίγραμμα) και γ) έμφαση σε μια ιδιότητα (αρχιαπατεώνας).
¨ Γεω-: δηλώνει κάτι που αναφέρεται στη γη (γεωγραφία).
¨ Δι- (δισ-): δηλώνει α) κάτι που ισούται με τον αριθμό δύο (2) (δισύλλαβος / δισδιάστατος) και β) κάτι που είναι δύο φορές πιο μεγάλο από το μέτρο σύγκρισης (διπλάσιος / δισεκατομμυριούχος).
¨ Διχο-: δηλώνει διαίρεση σε δύο μέρη ή στη μέση (διχόνοια).
¨ Δυσ-: δηλώνει α) κάποια ιδιότητα ή κατάσταση, συνήθως κακή, που προκύπτει από τη στέρηση (ακύρωση ή έλλειψη) του β΄ μέρους της λέξης (δυστυχία) και β) δυσκολία για κάτι (δυσκινησία).
¨ Ενδο-: δηλώνει κάτι που αναφέρεται στο εσωτερικό ενός πράγματος (ενδοοικογενειακό).
¨ Ευ-: δηλώνει α) την καλή ιδιότητα αυτού που σημαίνει το β΄ μέρος της λέξης (ευυπόληπτος), β) την ευκολία ως προς τη δυνατότητα πραγματοποίησης αυτού δηλώνει το β΄ μέρος της λέξης (ευανάγνωστος) και γ) την ύπαρξη σε μεγάλου βαθμού ενός πράγματος (εύσωμος).
¨ Ευρω-: δηλώνει κάτι που αναφέρεται στην Ευρώπη (ευρωεκλογές).
¨ Ημι-: δηλώνει το μισό (μια ενδιάμεση κατάσταση) ή το μη ολοκληρωμένο (ημιπερίοδος).
¨ Παν-: δηλώνει α) το καθολικό (πανελλήνιο) ή β) τον ύψιστο βαθμό ενός πράγματος (πανάγιος).
¨ Υδατο- και υδρο-: δηλώνουν κάτι που αναφέρεται στο νερό (υδατόπτωση / υδροδυναμική).
8) Τα μη λόγια ή λαϊκά αχώριστα μόρια με τις αντίστοιχες σημασίες τους είναι τα εξής:
¨ Στερητικό α-: δηλώνει γενικά άρνηση (στέρηση ή έλλειψη). Το στερητικό α- γίνεται αν- όταν το β΄ μέρος της λέξης αρχίζει από φωνήεν, π.χ. ανάξιος / ανέτοιμος κ.λπ. (εξαίρεση αποτελούν οι λέξεις: αήττητος, αόρατος, άοπλος, αόριστος, άυπνος, άυλος, άοκνος).
¨ Στερητικό ανα-: δηλώνει αντίθεση προς κάτι (αναδουλειά).
(Σημείωση: πρέπει να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στο στερητικό ανα- και στην αρχαία πρόθεση ανα-, η οποία δηλώνει α) κάτι που γίνεται εκ νέου ή επαναλαμβάνεται (ανανέωση), β) κάτι που χαρακτηρίζεται από ανοδική κίνηση (αναβάθμιση) και γ) κάτι που αρχίζει να εκδηλώνεται (αναθαρρεύω).
¨ Ξε-: δηλώνει α) αντίθετη κατάσταση ή ενέργεια από αυτή που δηλώνει το β΄ μέρος της λέξης (ξεκούραση), β) το τέλος της κατάστασης ή της ενέργειας που δηλώνει το β΄ μέρος της λέξης (ξεμεθώ), γ) αφαίρεση του αντικειμένου που δηλώνει το β΄ μέρος της λέξης (ξεβράκωτος), δ) έξω ή προς τα έξω (ξεπορτίζω), ε) εντελώς, τελείως ή πολύ, δίνοντας έμφαση στο β΄ μέρος της λέξης (ξετρελαίνομαι), στ) σιγά – σιγά, λίγο – λίγο ή κρυφά (ξεγλιστρώ / ξεμακραίνω) και ζ) περνώ κάποιο χρονικό διάστημα (ξενυχτώ). Όταν το β΄ μέρος της λέξης αρχίζει με φωνήεν τότε το ξε- προσαρμόζεται αναλόγως (ξε + άγρυπνος = ξάγρυπνος).

Η σύνδεση των λέξεων με τα μη λόγια αυτά μόρια ενδέχεται να γίνεται με δυνατότητα επιλογής όποιου θέλουμε, π.χ. λέμε «ξεχτένιστος», αλλά και «αχτένιστος» (έστω και αν υπάρχει μια μικρή διαφορά), ενδέχεται όμως και να μη γίνεται «τυχαία», αλλά με βάση κάποια αλληλεπίδραση, π.χ. λέμε «ξεκάλτσωτος» και όχι «ακάλτσωτος».
































ΕΙΔΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

Είδη προτάσεων ανάλογα με τα συστατικά τους

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Πρόταση είναι το μεγαλύτερο σύνολο λέξεων που είναι οργανωμένη σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής μιας γλώσσας (συντακτική και μορφολογική οργάνωση) και μπορεί να σταθεί μόνη της στο λόγο (είναι, δηλαδή, σημασιολογικά αυτόνομη).

2) Οι προτάσεις με βάση τα δομικά συστατικά τους χωρίζονται σε:
· Απλές προτάσεις: είναι αυτές που έχουν ολοκληρωμένο νόημα και απαρτίζονται μόνο από τα βασικά τους συστατικά: Υποκείμενο και Κατηγόρημα (ρήμα και το συμπλήρωμα του, π.χ. αντικείμενο ή κατηγορούμενο). Από τις προτάσεις αυτές δεν μπορεί να αφαιρεθεί κανένας όρος. Π.χ. «Ο καθηγητής διόρθωσε το διαγώνισμα.»
· Ελλειπτικές προτάσεις: είναι οι προτάσεις από τις οποίες λείπουν κάποιες λέξεις, που είναι βασικοί όροι της πρότασης, όπως για παράδειγμα μπορεί να λείπει το Υποκείμενο. Π.χ. «Διόρθωσε το διαγώνισμα.»
· Επαυξημένες προτάσεις: είναι οι προτάσεις που εκτός από τα βασικά στοιχεία, τους βασικούς όρους, έχουν και άλλα επιπλέον στοιχεία – λέξεις (δευτερεύοντες όροι ή προσδιορισμοί). Π.χ. «Ο καθηγητής των μαθηματικών διόρθωσε χθες το διαγώνισμα.»
· Σύνθετες προτάσεις: είναι οι προτάσεις που έχουν δύο οι περισσότερα υποκείμενα ή κατηγορούμενα ή αντικείμενα. Π.χ. «Ο καθηγητής διόρθωσε το διαγώνισμα και το τεστ

3) Ελλειπτικές προτάσεις χρησιμοποιούμε όταν:
· Ο όρος ή οι όροι που παραλείπονται είναι ευκόλως εννοούμενοι, μπορούμε δηλαδή εύκολα να τους «μαντέψουμε» είτε από τα συμφραζόμενα (τα προηγούμενα που έχουν ειπωθεί-αναφερθεί ή τα επόμενα) είτε από την κοινή γνώση, αποτέλεσμα της κοινής εμπειρίας που έχει ο πομπός και ο δέκτης για το θέμα (οπότε ο πομπός ξέρει πως και να μην αναφέρει κάποια στοιχεία ο δέκτης θα καταλάβει το μήνυμά του).
· Θέλουμε να στείλουμε το μήνυμα όσο το δυνατό πιο κωδικοποιημένο και σύντομο (λακωνικότητα), με την προϋπόθεση, βέβαια, πως το μήνυμα θα είναι κατανοητό. Η ελλειπτική μορφή, τότε, των προτάσεων επιλέγεται για λόγους οικονομίας χρόνου.
· Θέλουμε να δώσουμε στο λόγο μας έναν πιο γρήγορο ρυθμό και να τον κάνουμε πιο κοφτό.

4) Επαυξημένες προτάσεις χρησιμοποιούμε όταν:
· Είναι ανάγκη να δώσουμε επιπλέον στοιχεία - προσδιορισμούς, προκειμένου ο δέκτης να κατανοήσει πλήρως και ολοκληρωμένα το μήνυμά μας και η επικοινωνία να γίνει αποτελεσματική.
· Θέλουμε να αναλύσουμε ένα θέμα, οπότε οι προτάσεις μας πρέπει να περιέχουν πολλά στοιχεία για να καλύψουν όλες τις πλευρές που ενδεχομένως έχει αυτό το θέμα.


Είδη προτάσεων ανάλογα με τη σημασία-το περιεχόμενό τους

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Οι προτάσεις ανάλογα με το πώς τις χρησιμοποιούμε και τι θέλουμε να πετύχουμε (ανάλογα δηλαδή με την επικοινωνιακή τους λειτουργία και το περιεχόμενό τους) διακρίνονται σε:
· Αποφαντικές προτάσεις (ή προτάσεις κρίσεως): είναι οι προτάσεις που συνήθως τις χρησιμοποιούμε για να δώσουμε μια πληροφορία ή να εκφράσουμε μια κρίση - άποψη. Σε αυτές τις προτάσεις, όταν τελειώνουν, βάζουμε τελεία. Π.χ. «Η ώρα τώρα είναι 9.00 το βράδυ.»
· Ερωτηματικές προτάσεις: είναι οι προτάσεις που συνήθως τις χρησιμοποιούμε για να ζητήσουμε μια πληροφορία. Σε αυτές τις προτάσεις διατυπώνουμε μια ερώτηση, οπότε στο τέλος βάζουμε ερωτηματικό. Π.χ. «Τι ώρα είναι;»
· Προστακτικές προτάσεις (ή προτάσεις επιθυμίας): είναι οι προτάσεις που συνήθως τις χρησιμοποιούμε για να ζητήσουμε από κάποιον να κάνει κάτι ή να τον παρακαλέσουμε για κάτι ή να εκφράσουμε γενικότερα μια επιθυμία. Σε αυτές τις προτάσεις, όταν τελειώνουν, βάζουμε τελεία ή θαυμαστικό. Π.χ. «Έλα στις 9.00 το βράδυ.»
· Επιφωνηματικές προτάσεις: είναι οι προτάσεις που συνήθως τις χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε ένα έντονο συναίσθημα (θαυμασμό, έκπληξη, αγανάκτηση κ.λπ.). Σε αυτές τις προτάσεις, όταν τελειώνουν, βάζουμε θαυμαστικό. Π.χ. «Η ώρα πήγε κιόλας 9.00 το βράδυ!»

2) Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά είδη προτάσεων για να πετύχουμε τον ίδιο σκοπό (διαφορετικές προτάσεις επιτελούν την ίδια λειτουργία). Για παράδειγμα, για να ζητήσουμε μια πληροφορία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ασφαλώς ερωτηματική πρόταση, π.χ. «Τι ώρα είναι;», αλλά και αποφαντική, π.χ. «Θα ήθελα να μάθω τι ώρα είναι.», και προστακτική, π.χ. «Πες μου τι ώρα είναι.».
    Η επιλογή του είδους της πρότασης που θα χρησιμοποιήσουμε για να πετύχουμε κάποιο σκοπό εξαρτάται από την επικοινωνιακή περίσταση, δηλαδή από α) το ποιος είναι ο δέκτης του μηνύματος που εμείς στέλνουμε (ποιος δηλαδή μας ακούει ή διαβάζει το μήνυμα) και τι σχέση έχουμε μαζί του (αν δηλαδή έχουμε σχέση φιλική ή τυπική), β) τον τρόπο που μεταδίδεται το μήνυμα, γ) τις συνθήκες επικοινωνίας αν δηλαδή μιλάμε «πρόσωπο με πρόσωπο», αν είμαστε μόνοι με το συνομιλητή ή μπροστά σε άλλους, αν μιλάμε από το τηλέφωνο κ.λπ.).
    Για παράδειγμα, αν μιλάμε με ένα φίλο μας, «πρόσωπο με πρόσωπο», έχουμε την οικειότητα να τον ρωτήσουμε «Τι ώρα είναι;» ή «Πες μου τι ώρα είναι.». Αν, όμως, αναφερόμαστε στον καθηγητή μας, μέσα στην τάξη και θέλουμε να μάθουμε την ώρα, θα πρέπει να είμαστε πιο τυπικοί και πιο ευγενικοί, οπότε είναι προτιμότερο να διατυπώσουμε την πρόταση με έμμεσο αποφαντικό τρόπο «Θα ήθελα να μάθω τι ώρα είναι.»

3) Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια ακριβώς πρόταση για να πετύχουμε διαφορετικούς σκοπούς (μια πρόταση επιτελεί διαφορετικές λειτουργίες), δηλαδή για να δηλώσουμε κάτι, να ρωτήσουμε κάτι ή να εκφράσουμε κάποιο συναίσθημα.
Π.χ.    «Η ώρα τώρα είναι 9.00 το βράδυ.»
                    «Η ώρα τώρα είναι 9.00 το βράδυ;»
                    «Η ώρα τώρα είναι 9.00 το βράδυ!»
          Η ίδια, άρα, πρόταση μπορεί να διατυπωθεί με διαφορετικούς τρόπους και αυτό το πετυχαίνουμε στο γραπτό λόγο με τα σημεία στίξης [τελεία (.), ερωτηματικό (;) και θαυμαστικό (!)] και στον προφορικό με τον επιτονισμό της φωνής (η διακύμανση της φωνής μας και ο χρωματισμός της κατά τη στιγμή που μιλάμε, π.χ. όταν ρωτάμε κάτι).

4) Οι προτάσεις που περιέχουν άρνηση [δε(ν) ή μη(ν)] λέγονται αρνητικές και όσες δεν έχουν άρνηση λέγονται καταφατικές.






Α. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΟΜΗ ΤΟΥΣ
1. Απλές

Οι προτάσεις στις οποίες υπάρχουν οι δύο μόνο απαραίτητοι όροι, το υποκείμενο και το κατηγόρημα (κύριοι όροι).

Π.χ. Το παιδί τρώει.
Ο μαθητής είναι έξυπνος.

·        Σύνθετες

Οι προτάσεις που έχουν περισσότερα από ένα υποκείμενα ή κατηγορούμενα.

Π.χ. Το παιδί και ο πατέρας τρώνε.
Ο μαθητής είναι έξυπνος και μελετηρός.

·        Επαυξημένες

Οι προτάσεις στις οποίες οι κύριοι όροι συνοδεύονται από προσδιορισμούς, από συμπληρώματα δηλαδή της έννοιάς τους (δευτερεύοντες όροι).

Π.χ. Το παιδί της γειτόνισσας είναι εξαιρετικός μαθητής.


4. Ελλειπτικές

Οι προτάσεις των οποίων όροι παραλείπονται. Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε κυρίως τις ελλειπτικές προτάσεις, αφού πολλά εννοούνται εύκολα από τα συμφραζόμενα και δεν είναι ανάγκη να αναφέρονται, και μάλιστα να επαναλαμβάνονται.

Π.χ.
-Καλησπέρα. (Εύχομαι σε σένα «καλησπέρα»)
-Καλησπέρα. (Κι εγώ εύχομαι σε σένα «καλησπέρα»)
-Προς τα πού; (Προς τα πού πηγαίνεις;)
-Προς τα εκεί. (Πηγαίνω προς τα εκεί)
-Έρχεσαι; (’Ερχεσαι μαζί μου προς τα εκεί)

Β. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

·        Προτάσεις κρίσεως
Οι προτάσεις με τις οποίες ο ομιλητής θέλει να δηλώσει κάτι ή να διατυπώσει μια γνώμη.

Π.χ. Αύριο είναι Κυριακή.
Το καινούριο σου σπίτι είναι πολύ ωραίο.

2. Προτάσεις επιθυμίας

Οι προτάσεις με τις οποίες ο ομιλητής εκφράζει μια επιθυμία του.

Π.χ. Έλα μαζί μου στον κινηματογράφο.

·        Προτάσεις επιφωνηματικές

Οι προτάσεις με τις οποίες ο ομιλητής εκφράζει ένα συναίσθημα.

Π.χ. Τι όμορφη κοπέλα!

·        Προτάσεις ερωτηματικές

Οι προτάσεις με τις οποίες ο ομιλητής διατυπώνει μια ερώτηση.

Π.χ. Πότε γύρισες από το εξωτερικό;

Γ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

1. Καταφατικές

Οι προτάσεις των οποίων το ρήμα είναι θετικό.

Π.χ. Είμαι καλός μαθητής.
Είσαι καλός μαθητής;
Να είσαι καλός μαθητής.

2. Αρνητικές ή αποφατικές

Οι προτάσεις των οποίων το ρήμα συνοδεύεται από άρνηση.
Π.χ. Δεν είμαι καλός μαθητής.
Δεν είσαι καλός μαθητής;
Να μην είσαι κακός μαθητής.

Δ. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

1. Κύριες ή ανεξάρτητες

Οι προτάσεις που μπορούν να σταθούν μόνες τους στο λόγο. Συνδέονται μεταξύ τους με σύνδεση παρατακτική, δηλαδή με συνδέσμους συμπλεκτικούς, αντιθετικούς, διαχωριστικούς κτλ.

Π.χ. Θα σου τηλεφωνήσω.
Θα σου τηλεφωνήσω και θα έρθω να σ΄ επισκεφτώ.

2. Δευτερεύουσες ή εξαρτημένες

Οι προτάσεις που δεν μπορούν να σταθούν μόνες τους στο λόγο, αλλά χρησιμεύουν για να προσδιορίζουν άλλες προτάσεις ή όρους προτάσεων. Συνδέονται με τις προτάσεις που προσδιορίζουν με σύνδεση υποτακτική, δηλαδή με συνδέσμους χρονικούς, αιτιολογικούς κτλ.

Π.χ. Θα τρέξω, για να προλάβω το λεωφορείο.
Μόλις τον είδα, τον αναγνώρισα.
Μου αρέσεις, γιατί έχεις καλά αισθήματα.
Eίδη δευτερευουσών προτάσεων:

Ονοματικές προτάσεις

Ειδικές: Εισάγονται με τους ειδικούς συνδέσμους: ότι, πως, που

Μου είπε ότι θα με ειδοποιήσει.

Βουλητικές: Εισάγονται με το μόριο να (δηλώνει βούληση-επιθυμία)

Θέλω να πάω διακοπές.

Ενδοιαστικές: Εισάγονται με τους διστακτικούς-ενδοιαστικούς συνδέσμους: μη(ν), μήπως

Φοβάμαι μήπως πάθεις τίποτα.

Πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις Εισάγονται με: α) τις ερωτηματικές αντωνυμίες: ποιος, πόσος, τι, ποιανού α) τα ερωτηματικά επιρρήματα: πού, πότε, πώς,πόσο γ) διάφορους συνδέσμους: αν, γιατί, μήπως κ.λπ.

Τον ρώτησα πόσο καιρό μένει εδώ.

Επιρρηματικές προτάσεις

Αιτιολογικές: Εισάγονται με τους αιτιολογικούς συνδέσμους: επειδή, αφού, καθώς, διότι, μια και, μια που

Θύμωσα, γιατί με κορόιδεψες.

Τελικές (δείχουν σκοπό) Εισάγονται με τους τελικούς συνδέσμους: να, για να
Τρέχω, για να μην αργήσω.

Αποτελεσματικές / Συμπερασματικές Εισάγονται με τους αποτελεσματικούς/συμπερασματικούς συνδέσμους: ώστε, ώστε να, έτσι που, που, (για να)

Μιλάει τόσο πολύ, ώστε όλοι τον βαριούνται.

Υποθετικές Εισάγονται με τους υποθετικούς συνδέσμους: αν, εάν, (άμα, σαν)

Αν βρέξει, θα ακυρώσουμε την εκδρομή.

Εναντιωματικές και παραχωρητικές Εισάγονται με τους εναντιωματικούς και παραχωρητικούς συνδέσμους: αν και, μολονότι, μόλο που, παρ’ όλο που, και που, και ας, και αν, και αν ακόμη, ακόμη και αν, έστω και αν, παρ’ ότι, ενώ, και που, και ας

Αν και δεν τον συμπαθώ πολύ, κάνω παρέα μαζί του.
Κι αν ακόμη μου ζητήσεις συγγνώμη, εγώ δε σε συγχωρώ.

Χρονικές Εισάγονται με τους χρονικούς συνδέσμους: όταν, σαν, ενώ, καθώς, κάθε που, αφού, αφότου, πριν (να), μόλις, προτού, προτού, ώσπου, ωσότου, όσο που, εφόσον, άμα, εκεί που (= μόλις), ευθύς ως

Όταν είμαι σπίτι, ξεκουράζομαι.

Αναφορικές Εισάγονται με τους αναφορικές αντωνυμίες: Που (είναι άκλιτο),
ο οποίος, η οποία, το οποίο , όποιος, όποια, όποιο, ό, τι, οτιδήποτε (είναι άκλιτα), όσος, όση όσο και τα αναφορικά επιρρήματα:

εκεί που
όπου
οπουδήποτε
τότε που
όποτε
οποτεδήποτε

καθώς
όπως
σαν
ως

όσο
οσοδήποτε



Όποιος απαντήσει σωστά θα κερδίσει ένα δώρο.
Αγαπώ τη δουλειά μου, που μου προσφέρει τόσες συγκινήσεις.


ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Η διαφορά Συμπερασματικών και Αποτελεσματικών προτάσεων

Δημιουργείται συνήθως η εντύπωση πως οι λέξεις συμπέρασμα και αποτέλεσμα είναι συνώνυμες· ότι είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι επόμενο λοιπόν να συγχέονται όχι μόνο οι αποτελεσματικοί με τους συμπερασματικούς συνδέσμους, αλλά και οι αποτελεσματικές με τις συμπερασματικές προτάσεις.
Η σύγχυση αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι οι σύνδεσμοι ώστε και που, οι οποίοι εισάγουν αυτές τις προτάσεις, είναι ταυτόχρονα συμπερασματικοί και αποτελεσματικοί.
Αν εξηγήσουμε όμως τι σημαίνει συμπέρασμα και τι αποτέλεσμα, θα είναι εύκολο να καταλάβουμε τη διαφορά που υπάρχει τόσο μεταξύ αυτών των δύο λέξεων, όσο και μεταξύ των συμπερασματικών και των αποτελεσματικών προτάσεων.

Συμπέρασμα: Είναι μια κρίση, μια γνώμη, που διατυπώνουμε οργανώνοντας μια σειρά από προτάσεις, οι οποίες έχουν σκοπό να φανερώσουν -να αποδείξουν- την ορθότητά της.
Με άλλα λόγια, με τις συμπερασματικές προτάσεις διατυπώνουμε μια κρίση –μια γνώμη– η οποία προκύπτει λογικά από μια ή περισσότερες προτάσεις που προηγήθηκαν με σκοπό να την στηρίξουν· να δείξουν ότι η γνώμη μας (αυτή που περιέχει η συμπερασματική πρόταση) δεν είναι αυθαίρετη.
Π.χ. … Ορισμένες μαθηματικές ιδέες παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στον κόσμο μας, που είναι αδύνατον να μείνουν στην αφάνεια: οι αριθμοί αποτελούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Αν δεν είχαμε την ικανότητα, λόγου χάρη, να πολλαπλασιάζουμε την τιμή κάθε αβγού επί τον συνολικό αριθμό τους, για να υπολογίσουμε πόσο κοστίζουν, ούτε καν τρόφιμα δεν θα μπορούσαμε να αγοράσουμε. Γι’ αυτό διδάσκουμε την αριθμητική. Σε όλους. Η άγνοιά της, όπως και η άγνοια της γραφής και της ανάγνωσης, αποτελούν σοβαρότατο μειονέκτημα στη σύγχρονη εποχή.
Ian Stewart (Ιάν Στιούαρτ), Οι αριθμοί της Φύσης.

Αποτέλεσμα είναι ένα γεγονός, το οποίο θεωρούμε κατάληξη ενός άλλου γεγονότος ή μιας σειράς γεγονότων.
Το αποτέλεσμα, δηλαδή, είναι κι αυτό ένα γεγονός· μια πραγματική κατάσταση. Όταν παρουσιάζουμε ένα γεγονός, περιγράφουμε κάτι που έγινε, κάτι που έχει γίνει, κάτι που γίνεται.

Η πρόταση λοιπόν που περιγράφει ένα αποτέλεσμα, ουσιαστικά παρουσιάζει ένα γεγονός: είναι μια αποτελεσματική πρόταση. Αυτό σημαίνει ότι η πρόταση που προηγείται παρουσιάζει ένα άλλο γεγονός, το οποίο θεωρούμε αιτία.
Προσέξτε ότι οι περίοδοι και στα δύο παραδείγματα εκφράζουν γεγονότα.
1. Χιόνισε τόσο πολύ, που ήταν δύσκολο να κινηθεί το αυτοκίνητο.
2. Είπε τόσο άνοστα ανέκδοτο, ώστε δεν γέλασε κανείς.


Αναφορικές προτάσεις

Είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες (που, όποιος, ο οποίος, όσος, ό,τι) και αναφορικά επιρρήματα (όπου, που, όπως, πως, όσο, καθώς, σαν, ωσάν) και προσδιορίζουν κάποιο όρο μιας άλλης πρότασης.

Κατηγορίες αναφορικών προτάσεων:

1) Με βάση τον όρο που προσδιορίζουν διακρίνονται σε:

Ø Ονοματικές: εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες και προσδιορίζουν έναν ονοματικό όρο μιας άλλης πρότασης και κατ’ επέκταση έχουν συντακτική θέση ονοματικού προσδιορισμού, ενδέχεται δηλαδή να είναι υποκείμενο, κατηγορούμενο, αντικείμενο, επιθετικός προσδιορισμός ή ετερόπτωτος προσδιορισμός. Στην περίπτωση αυτή διακρίνονται σε:
· Ελεύθερες ονοματικές, οι οποίες εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες όποιος, όσος, ό,τι, οποιοσδήποτε, οσοσδήποτε, οτιδήποτε και έχουν συντακτική θέση υποκειμένου ή αντικειμένου ή κατηγορούμενου (σπανιότερα) του ρήματος από το οποίο εξαρτάται.
Π.χ. «Ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.»
(Η δευτερεύουσα αναφορική πρόταση «ό,τι δε με σκοτώνει» είναι ελεύθερη ονοματική και λειτουργεί ως υποκείμενο στο ρήμα της κύριας «κάνει»).

· Επιθετικές ονοματικές, οι οποίες εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες ο οποίος, που (ο οποίος) και έχουν συντακτική θέση επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη-όρο που αναφέρονται.
Π.χ. «Επέστρεψε ο αδερφός μου, ο οποίος έλειπε σε διακοπές»

· Υπάρχουν όμως και ονοματικές αναφορικές προτάσεις που περιέχουν και άρα δηλώνουν κάποια επιρρηματική έννοια, όπως αιτία, αποτέλεσμα, σκοπό, προϋπόθεση, εναντίωση ή παραχώρηση.
Π.χ. «Αναζητούμε κάποιον που να είναι τολμηρός.»
(Η δευτερεύουσα αναφορική πρόταση «που να είναι τολμηρός» είναι μεν ονοματική αλλά λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού).

                   
Ø Επιρρηματικές: εισάγονται με αναφορικά επιρρήματα ή άλλους αναφορικούς επιρρηματικούς προσδιορισμούς (που, όπου, όπως, καθώς, όσο κ.λπ.) και προσδιορίζουν ή το ρήμα ή ένα επίρρημα ή έναν άλλο επιρρηματικό προσδιορισμό της πρότασης από την οποία εξαρτώνται και ως εκ τούτου έχουν συντακτική θέση επιρρηματικού προσδιορισμού, που δηλώνουν αναφορά σε συνδυασμό και με άλλες επιρρηματικές σχέσεις, όπως τόπο, χρόνο, τρόπο, ποσό, συμφωνία, εναντίωση ή παραχώρηση, παραβολή/παρομοίωση.
Π.χ. «θα πάω όπου μου πεις.».
(Η δευτερεύουσα αναφορική πρόταση «όπου μου πεις» είναι επιρρηματική και λειτουργεί ως αναφορικός επιρρηματικός προσδιορισμός που δηλώνει τόπο).


2) Με βάση τη θέση τους στο νοηματικό πλαίσιο του λόγου διακρίνονται σε:

Ø Προσδιοριστικές: όταν είναι αναγκαίοι προσδιορισμοί στον όρο που προσδιορίζουν, δηλαδή είναι απαραίτητα συμπληρώματα για την κατανόηση του όρου αυτού, οπότε δεν μπαίνει και κόμμα στο γραπτό λόγο ή δε γίνεται παύση στον προφορικό.
Π.χ. «Η γυναίκα που αγάπησα με εγκατέλειψε.».

Ø Παραθετικές/προσθετικές: όταν δεν είναι απαραίτητα συμπληρώματα για την κατανόηση του όρου που προσδιορίζουν και απλώς παραθέτουν κάποιο επιπλέον στοιχείο σε αυτόν, οπότε και έχουμε πριν από αυτές κόμμα στο γραπτό λόγο και παύση στον προφορικό.
Π.χ. «Ο Γιάννης, που ήταν πραγματικός φίλος, με στήριξε.»

Σημείωση: Ενδέχεται η ίδια αναφορική πρόταση να είναι προσδιοριστική ή παραθετική ανάλογα με το νόημα που θέλουμε να της προσδώσουμε.
Π.χ. 1ο : «Πέταξαν τα ροδάκινα που είχαν σαπίσει.» (προσδιοριστική: πέταξαν όσα από τα ροδάκινα είχαν σαπίσει)
Π.χ. 2ο : «Πέταξαν τα ροδάκινα, που είχαν σαπίσει.» (παραθετική: όλα τα ροδάκινα είχαν σαπίσει και τα πέταξαν).


Η σύγκριση

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις παρακάτω δραστηριότητες και να απαντήσει πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Στη διαδικασία της σύγκρισης συμμετέχουν τρία μεγέθη: ο α΄ όρος σύγκρισης, το συγκριτικό και ο β΄ όρος σύγκρισης.
Π.χ. στην πρόταση «Οι φυσικοί χυμοί είναι πιο υγιεινοί από τα αναψυκτικά» α΄ όρος σύγκρισης: οι φυσικοί χυμοί / συγκριτικό: το επίθετο πιο υγιεινοί / β΄ όρος σύγκρισης: από τα αναψυκτικά.

2) Το συγκριτικό μπορεί να είναι, όπως είδαμε, επίθετο, επίρρημα ή μετοχή και σχηματίζεται ή μονολεκτικά ή περιφραστικά ή και τα δύο. Τα περισσότερα βέβαια συγκριτικά επίθετα ή επιρρήματα έχουν και μονολεκτικό και περιφραστικό τύπο. Υπάρχουν όμως κάποια επίθετα ή επιρρήματα που έχουν μόνο περιφραστικό, π.χ. το επίθετο μοντέρνος, σύγχρονος (πιο μοντέρνος / πιο σύγχρονος) ή τα τοπικά παραθετικά επιρρημάτων κάτω, έξω, πίσω κ.λπ. (πιο κάτω / πιο έξω / πιο πίσω). Επίσης, μόνο περιφραστικό τύπο έχουν και όσες μετοχές σχηματίζουν παραθετικά (πιο ερωτευμένος / πιο κουρασμένος κ.λπ.).

3) Ο α΄ όρος σύγκρισης είναι το αντικείμενο το οποίο προσδιορίζεται ποσοτικά και μπορεί να είναι ουσιαστικό, αντωνυμία, επίθετο, ρήμα, πρόταση κ.λπ. (Η Κατερίνα είναι νεότερη από τη Μαρία / Εγώ είμαι μεγαλύτερος από εκείνον / κ.λπ.).

4) Ο β΄ όρος σύγκρισης είναι το αντικείμενο το οποίο αποτελεί τη βάση για τη σύγκριση. Ο β΄ όρος σύγκρισης εκφέρεται:

α) Με την πρόθεση από + αιτιατική (συνήθως όταν ο β΄ όρος σύγκρισης είναι ονοματική φράση), π.χ. «Η Κατερίνα είναι νεότερη από τη Μαρία».

β) Με την πρόθεση παρά + ομοιότροπα με τον α΄ όρο σύγκρισης (συνήθως όταν είναι κάποια φράση ή πρόταση), π.χ. «Δρω περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική / Είναι προτιμότερο να σιωπάς παρά να λες ανοησίες». Η χρήση της πρόθεσης παρά είναι υποχρεωτική στην περίπτωση που συγκρίνονται δύο ονοματικές φράσεις που είναι έμμεσα αντικείμενα (Η μητέρα τους δίνει περισσότερα λεφτά του Νίκου παρά της Ειρήνης).

γ) Με γενική, χωρίς κάποια πρόθεση (συνήθως στην περίπτωση που ο β΄ όρος σύγκρισης είναι ο αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις λόγιας εκφοράς του β΄ όρου σύγκρισης), π.χ. «Η Αγγελική είναι μικρότερή μου / Η μέτρηση των ρύπων στην ατμόσφαιρα έδειξε συγκέντρωση μεγαλύτερη τής προηγούμενης».

δ) Με τα προθετικά σύνολα σε σχέση με / σε σύγκριση με, π.χ. «Οι βαθμοί μου φέτος είναι καλύτεροι σε σχέση με πέρυσι».

ε) Βραχυλογικά, δηλαδή παραμένει μόνο ο προσδιορισμός του, όταν είναι ίδιος με τον α΄ όρο σύγκρισης (Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από το μέσο ευρωπαϊκό).


Προσοχή: όλα τα παραπάνω ισχύουν για τη σύγκριση υπεροχής (ο α΄ όρος σύγκρισης υπερέχει ποσοτικά τού β΄ όρου).

Στην περίπτωση της σύγκριση υστέρησης (ο α΄ όρος σύγκρισης υστερεί ποσοτικά τού β΄ όρου) η σύγκριση γίνεται είτε απευθείας με παραθετικά επιθέτων που δηλώνουν υστέρηση (Είμαι χειρότερος μαθητής από τον Κώστα) είτε με το παραθετικό του επιρρήματος λιγότερο, το οποίο μπαίνει πριν από το επίθετο, και προσδιορίζει – αποδίδει στο επίθετο την έννοια της υστέρησης (Είμαι λιγότερο καλός μαθητής από τον Κώστα) ή με την άρνηση τής δήλωσης ισότητας (Δεν είμαι τόσο καλός μαθητής όσο ο Κώστας).
Στην περίπτωση της σύγκριση ισότητας (οι δύο όροι σύγκρισης είναι ίσοι) η σύγκριση γίνεται με το επίρρημα εξίσου ή το ονοματικό σύνολο το ίδιο, που χρησιμοποιείται ως επίρρημα, και ο β΄ όρος σύγκρισης εκφέρεται με την πρόθεση με ή με το σύνδεσμο όπως (Ο Γιάννης είναι εξίσου καλός αθλητής με τον Κώστα / Ο Γιάννης είναι το ίδιο καλός αθλητής όπως ο Κώστας)



ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις παρακάτω δραστηριότητες και να απαντήσει πρέπει να γνωρίζει ότι:

1) Σημεία στίξης είναι ένα σύνολο από «σημάδια» που χρησιμοποιούμε στο γραπτό λόγο και μας βοηθούν να τον διευθετήσουμε / οργανώσουμε σωστά και να τον ζωντανέψουμε, κάνοντας διάφορες παύσεις και χρωματίζοντας τον τόνο της φωνής μας ανάλογα με το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε. Με τα σημεία στίξης, δηλαδή, δίνουμε ανάλογη κύμανση στη φωνή μας (επιτονισμός) και πετυχαίνουμε να στείλουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το μήνυμά μας, έτσι ώστε ο δέκτης να μπορεί να το κατανοήσει, π.χ. να καταλάβει αν ρωτάμε κάτι ή αν εκφράζουμε το θαυμασμό μας κ.λπ..

2) Τα σημεία στίξης χωρίζονται σε παυστικά (ή συντακτικά) και σε σχολιαστικά (ή κειμενικά). Παυστικά είναι αυτά που οριοθετούν λέξεις, φράσεις, προτάσεις ή περιόδους, ενώ σχολιαστικά είναι αυτά που λειτουργούν ως σχόλιο, που σχολιάζουν δηλαδή λέξεις, φράσεις, προτάσεις ή περιόδους. Κάποια, βέβαια, σημεία στίξης μπορούν να λειτουργήσουν και ως παυστικά και ως σχολιαστικά.

3) Ακολουθούν τα σημεία στίξης και ο τρόπος που χρησιμοποιούνται:

v Τελεία (.) (παυστικό σημείο στίξης: σχετικά μεγάλο σταμάτημα της φωνής) βάζουμε:
α) στο τέλος κάθε περιόδου, όπου και όταν ολοκληρώνεται ένα νόημα (Ο καθηγητής σήμερα ζήτησε από την Άννα να διαβάσει το μάθημα.),
β) για τη σύντμηση λέξεων (Ο καθηγητής Χ. Τσιατήνας δεν ήρθε σήμερα στο σχολείο.),
γ) στους αριθμούς για τη διάκριση χιλιάδων, εκατοντάδων χιλιάδων κ.λπ. (Ο μισθός του ήταν 15.000 Ευρώ.) και
δ) σε κάποιες συντομογραφίες (π.χ., μ.Χ. κ.λπ.).

Δε βάζουμε τελεία α) σε τίτλους κειμένων, π.χ. «Πάσχα στο χωριό» (όταν όμως υπάρχει και υπότιτλος, τότε μπαίνει, π.χ. «Πάσχα στο χωριό. Μια αξέχαστη εμπειρία») , β) σε λεζάντες φωτογραφιών (Η μητέρα μου κοπελίτσα), γ) στους αριθμούς των χρονολογιών (Γεννήθηκε το 1968 μ.Χ.) και δ) σε κάποιες συντομογραφίες (Η ΔΕΗ μας πετσόκοψε τον προηγούμενο μήνα).

v Κόμμα (,) (παυστικό σημείο στίξης: μικρότερο σε σχέση με την τελεία σταμάτημα της φωνής) βάζουμε:
α) όταν έχουμε ασύνδετο σχήμα, όταν δηλαδή παρατάσσονται είτε ασύνδετες λέξεις ή φράσεις (Ο καθηγητής σήμερα ζήτησε από την Άννα, το Γιώργο, το Χρήστο και την Κάλια να διαβάσουν το μάθημα.) είτε όμοιες προτάσεις (Το πρωί ξύπνησα στις 7:00, πήρα πρωινό, ετοίμασα τα βιβλία μου, ανέβηκα στο σχολικό και πήγα σχολείο.»,
β) στην παρατακτική αντιθετική σύνδεση, και κυρίως πριν από τον αντιθετικό σύνδεσμο αλλά (Του το είπα, αλλά δεν ήρθε),
γ) στην υποτακτική σύνδεση, όταν η δευτερεύουσα πρόταση δηλώνει κάποια επιρρηματική σχέση (αιτία, χρόνο, υπόθεση κ.λπ.), π.χ. «Αυτό ήταν απαραίτητο, επειδή η περιοχή ήταν πολύ εκτεθειμένη σε πειρατικές επιδρομές.»,
δ) στην επεξήγηση ή παράθεση, πριν και μετά τη λέξη (Ο φίλος μου, ο Μάκης, αγόρασε καινούργιο κινητό.),
ε) στους αριθμούς για τη διάκριση των δεκαδικών ψηφίων (Το αγόρασα 150, 70 Ευρώ),
στ) στο αναφορικό «ό,τι»,
ζ) στη κλητική προσφώνηση (Άννα, έλα γρήγορα) και όταν αυτή είναι μέσα στην πρόταση (παρένθετη προσφώνηση) το κόμμα μπαίνει πριν και μετά τη λέξη (Γιατί, μπαμπά, τρέχεις;),
η) στα επιρρήματα που βρίσκονται μέσα στην πρόταση, πριν και μετά από αυτά (Ο φίλος μου, λοιπόν, αποφάσισε να φύγει), αλλά και όταν η πρόταση αρχίζει με κάποιο μόριο ή επίρρημα (Ναι, θα έρθω / Βέβαια, θα έρθω),
θ) σε παρενθετικές προτάσεις, πριν και μετά από αυτές (Η γνώση, πρόσθεσε ο καθηγητής, ανοίγει νέους ορίζοντες στη σκέψη μας) κ.λπ.

v Θαυμαστικό (!) [παυστικό (δηλώνει το τέλος πρότασης, άρα σταμάτημα της φωνής, όπως και στην τελεία, και έντονος τόνος) και κυρίως σχολιαστικό σημείο στίξης] βάζουμε:
α) στις επιφωνηματικές προτάσεις για να δηλώσουμε κάποιο συναίσθημα (Ο αδελφός του πέρασε στο Πανεπιστήμιο!),
β) σε προστακτικές προτάσεις (Δώσε μου και μένα λίγο παγωτό!),
γ) σε προσφωνήσεις προσώπων σε ελλειπτικές προτάσεις (Μαρία!) και
δ) για να δώσουμε έμφαση (Αποφάσισα να αγοράσω και κινητό!)

v Ερωτηματικό (;) [παυστικό (δηλώνει το τέλος πρότασης, άρα σταμάτημα της φωνής, όπως και στην τελεία, και έντονος ερωτηματικός τόνος) και κυρίως σχολιαστικό σημείο στίξης] βάζουμε:
α) Στο τέλος ευθείας ερωτηματικής πρότασης, όπου δηλώνει απορία / αμφιβολία και χρειάζεται να δοθεί απάντηση, προκειμένου να πάρουμε κάποια χρήσιμη πληροφορία (Θα έρθεις αύριο;).
β) Στις ρητορικές ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις αυτές δεν περιμένουν απάντηση, διότι ερωτούν για κάτι που θεωρείται αυτονόητο, οπότε η ρητορική ερώτηση αντιστοιχεί με ισχυρή κατάφαση-απόφανση αυτού που ρωτάει (π.χ. «Ποιος γονιός δε χαίρεται να βλέπει το παιδί του να προκόβει;» και εννοείται «όλοι, οι πάντες, ο κάθε γονιός»). Επίσης, μέσω της ρητορικής ερώτησης, ο ερωτών εκφράζει την προσωπική του άποψη ή στάση γι’ αυτό που ρωτάει (εκφράζει δηλαδή αποδοκιμασία, επίπληξη, υπόδειξη, συμβουλή, ευχή), π.χ. «Γιατί να τον ακούσω;» (εννοείται: «μακάρι να μην τον άκουγα!» ευχή μη πραγματοποιήσιμη). Τέλος, συχνά διατυπώνουμε μια ρητορική ερώτηση και δίνουμε απάντηση με αυτό που η ίδια η ερώτηση υπονοεί (Τι μπορούσα να κάνω; Μόνο να φύγω μπορούσα.).
γ) Στις ερωτήσεις παράκλησης ή προσταγής. Είναι οι ερωτήσεις που κάνουμε σε κάποιον, προκειμένου να τον παρακαλέσουμε να κάνει κάτι (Μου δίνεις, σε παρακαλώ, το στυλό;), να τον παροτρύνουμε για κάτι (Τι λες; πάμε;) ή να τον προστάξουμε να κάνει κάτι, εκφράζοντας τη δυσφορία και αγανάκτησή μας (Δεν σταματάτε τώρα να φωνάζετε;).

v Εισαγωγικά (« ») (σχολιαστικό σημείο στίξης) βάζουμε:
α) για να παραθέσουμε επακριβώς κάτι που έχει πει κάποιος άλλος («Θα σε βοηθήσω» μου είπε ο φίλος μου, όμως μετά εξαφανίστηκε.),
β) για να δηλώσουμε ότι μια λέξη που χρησιμοποιούμε έχει μεταφορική σημασία (Μόλις ο Χρήστος τελείωσε το ανέκδοτα, έγινε «σεισμός» από τα γέλια μέσα στην τάξη),
γ) για να επισημάνουμε και να δώσουμε έμφαση σε μια λέξη (Βαρέθηκα να κάνω τον «βλάκα», θα του απαντήσω όπως του ταιριάζει) και
δ) για να δείξουμε πως αποστασιοποιούμαστε από κάτι (Η διάκριση των μαθητών σε «καλούς και κακούς» είναι απαράδεκτη).

v Αποσιωπητικά (…) [παυστικό (σταμάτημα της φωνής, παύση σχετικά μεγάλη) και κυρίως σχολιαστικό σημείο στίξης] βάζουμε:
α) για να δηλώσουμε πως κάτι το αποσιωπούμε σκόπιμα, πως δε θέλουμε να το αναφέρουμε (εύκολα, βέβαια, εννοείται), γιατί ή είναι κάτι που δε λέγεται εύκολα (Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους) ή είναι κάτι που καλό είναι να μη γίνει (Μη το ξανακάνεις αυτό, γιατί),
β) για να υπονοήσουμε ή να δηλώσουμε πως ακολουθούν και άλλα παρόμοια στοιχεία, τα οποία για συντομία δεν τα αναφέρουμε (λειτουργεί, τότε, όπως το «κ.λπ.»), π.χ. « Ήταν όλοι εκεί, ο Γιώργος, ο Βασίλης, η Αρετή…, όλοι οι παλιόφιλοι.»
γ) για να δηλώσουμε κάποιο υπονοούμενο (Είχαμε πάει όλοι, η Άννα όμως απουσίαζε) και
δ) πριν από μια λέξη για να κάνουμε μια μικρή παύση της ομιλίας και να δώσουμε έμφαση σε αυτή (Και ύστερα οι καλές μέρες έγιναν κακές και ανάποδες).

v Άνω τελεία (·) (παυστικό σημείο στίξης: σταμάτημα της φωνής λίγο μικρότερη από την τελεία και λίγο μεγαλύτερη από το κόμμα) βάζουμε για να φτιάξουμε ημιπεριόδους, δηλαδή για να συνδέσουμε δύο κομμάτια μιας περιόδου που είναι συνδεδεμένα νοηματικά και έχουν κάποια σχετική αυτοτέλεια (Ο καθηγητής εξήγησε τι πρέπει να κάνουμε· σκοπός είναι να συμπληρώσουμε σωστά το ερωτηματολόγιο).

v Διπλή τελεία (ή άνω-κάτω τελεία, ή άνω-κάτω στιγμή, ή δίστιγμο ή δύο τελείες) (:) (παυστικό σημείο στίξης: προσωρινή παύση της φωνής) βάζουμε:
α) για να παραθέσουμε ένα σύνολο-κατάλογο στοιχείων (Αγόρασα: βιβλία, μολύβια και κόλλες αναφοράς.),
β) για να παραθέσουμε κατά λέξη κάτι που είπε κάποιος ή που λέμε εμείς οι ίδιοι (Ο καθηγητής είπε: «όποιος δεν …»),
γ) για να συνδέσουμε δύο προτάσεις, από τις οποίες η δεύτερη επεξηγεί ή είναι αποτέλεσμα της πρώτης (Η γνώση έχει μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο: τον βοηθάει να σκεφτεί καλύτερα, να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα…»).

v Παρένθεση (( )) (κυρίως σχολιαστικό σημείο στίξης) βάζουμε κυρίως για να παραθέσουμε κάποιο δευτερεύον, πρόσθετο στοιχείο που θα μπορούσε να παραληφθεί, π.χ. «Χθες το βράδυ (γύρω στις 11:00) εμφανίστηκε ξαφνικά ο θείος μου στο σπίτι.» ή κάποια στοιχεία που επεξηγούν τα λόγια μας και είναι απαραίτητα για να κατανοήσει ο δέκτης αυτά που λέμε, π.χ. «Στη Λήμνο μπορείτε να δοκιμάσετε φλομάρια (χυλοπίτες δηλαδή) με κόκορα, τσουρέκια (δεν είναι γλυκό, αλλά στριφτές πίτες με τυρί) και άλλα πολλά.».
v Ενωτικό (-) (παυστικό σημείο στίξης) βάζουμε:
α) για να δηλώσουμε την ένωση στοιχείων (άνεμοι δυτικοί-βορειοδυτικοί έπνεαν σήμερα),
β) για να δηλώσουμε διάζευξη («ή») (Άκουσα τρία-τέσσερα τραγούδια),
γ) για να συνδέσουμε δύο ονόματα (Υπογραμμίστε τις λέξεις-κλειδιά του κειμένου),
δ) για να ενώσουμε στοιχεία της ίδιας κατηγορίας (Θα τα πω ορθά-κοφτά.),
ε) για να δηλώσουμε το χρονικό διάστημα (Δευτέρα-Παρασκευή δουλεύω μέχρι το βράδυ) κ.λπ.

v Διπλή παύλα (- -) [παυστικό (ανακόπτει προσωρινά το ρυθμό και τον τόνο του λόγου) και σχολιαστικό σημείο στίξης] βάζουμε για να κλείσουμε μέσα τους μια φράση ή μέρος αυτής, η οποία επεξηγεί αυτό που λέμε, συνήθως υπό τη μορφή παραδείγματος, ή δίνει κάποιες πρόσθετες πληροφορίες, στις οποίες θέλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας. Η διπλή παύλα δεν υποβιβάζει την αξία όσων περικλείει, απλώς την αποδίδει με πιο χαμηλή φωνή και με ήπιο τρόπο (Νόμιζα, ήμουν σχεδόν σίγουρος -τρελός παπάς που με βάφτισε- πως θα τα καταφέρω).

v Πλάγια γραμμή (/) (παυστικό σημείο στίξης) βάζουμε κυρίως για να δηλώσουμε διάζευξη («ή») (Ο ακροατής/αναγνώστης πρέπει να αντιστέκεται στην προπαγάνδα των μέσων ενημέρωσης)

4) Ύστερα από τελεία, ερωτηματικό και θαυμαστικό αρχίζουμε με κεφαλαίο γράμμα την επόμενη λέξη














Τα σημεία στίξης ενδέχεται να λειτουργούν μέσα στο λόγο ως:

1. Μέσα σύνδεσης-σύνταξης-συνοχής του κειμένου που εξυπηρετούν τις ανάγκες της αναγνωστικής πρόσληψης και κατανόησης…, π.χ. η τελεία μπαίνει και δηλώνει την ολοκλήρωση ενός νοήματος.

2. Παραγλωσσικά (επιτονισμός, παύσεις...) ή εξωγλωσσικά στοιχεία (χειρονομίες, κινήσεις, έκφραση προσώπου, διάθεση...).

3. Υφολογικά μέσα: καθορίζουν, δηλαδή, το υφολογικό επίπεδο..., π.χ. ένα ερωτηματικό ενδέχεται να προσδίδει ειρωνική διάθεση στο λόγο ή καταγγελτική...

4. Σχόλια: συχνά τα σημεία στίξης χρησιμοποιούνται προκειμένου να δηλώσουν κάποιο σχόλιο..., π.χ.:
Ø Ερωτηματικό: ενδέχεται να δηλώνει απορία… ή ειρωνεία...
Ø Θαυμαστικό: ενδέχεται να δηλώνει θαυμασμό..., κατάπληξη..., έκπληξη... ή αμφισβήτηση... ή ειρωνεία...
Ø Εισαγωγικά: ενδέχεται να δηλώνουν έμφαση... ή ειρωνεία... ή μεταφορική χρήση της λέξης που περικλείουν...
Ø Αποσιωπητικά: ενδέχεται να δηλώνουν απορία... ή αγανάκτηση, αποστροφή... ή δισταγμό, αποθάρρυνση... ή χιούμορ... ή ειρωνεία...










Κόμμα (,) (παυστικό σημείο στίξης: μικρότερο σε σχέση με την τελεία σταμάτημα της φωνής) βάζουμε:
1. Όταν έχουμε ασύνδετο σχήμα, όταν δηλαδή παρατάσσονται είτε ασύνδετες λέξεις ή φράσεις (Ο καθηγητής σήμερα ζήτησε από την Άννα, το Γιώργο, το Χρήστο και την Κάλια να διαβάσουν το μάθημα.) είτε όμοιες προτάσεις (Το πρωί ξύπνησα στις 7:00, πήρα πρωινό, ετοίμασα τα βιβλία μου, ανέβηκα στο σχολικό και πήγα σχολείο.»

2. Στην παρατακτική αντιθετική σύνδεση, και κυρίως πριν από τον αντιθετικό σύνδεσμο αλλά (Του το είπα, αλλά δεν ήρθε)

3. Στις κύριες παρενθετικές προτάσεις, πριν και μετά από αυτές (Η γνώση, πρόσθεσε ο καθηγητής, ανοίγει νέους ορίζοντες στη σκέψη μας) κ.λπ.

4. Στην υποτακτική σύνδεση:
· Πριν από τις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, όταν η δευτερεύουσα πρόταση δηλώνει κάποια επιρρηματική σχέση (αιτία, χρόνο, υπόθεση κ.λπ.), π.χ. «Αυτό ήταν απαραίτητο, επειδή η περιοχή ήταν πολύ εκτεθειμένη σε πειρατικές επιδρομές.»
· Στις δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, βάζουμε κόμμα μόνο όταν αυτές έχουν θέση ονοματικού προσδιορισμού και ειδικότερα επεξήγησης, π.χ. «Φοβάμαι και τούτο, μήπως αποτύχω». Στις περιπτώσεις που οι ονοματικές προτάσεις έχουν θέση υποκειμένου, αντικειμένου ή κατηγορούμενου δε βάζουμε κόμμα, π.χ. «Φοβάμαι μήπως αποτύχω»
· Στις δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις βάζουμε κόμμα, όταν αυτές είναι α) επιρρηματικές που προσδιορίζουν κάποιον όρο πλην του ρήματος, π.χ. «Πήγα στο σπίτι, όπου γεννήθηκα», β) ονοματικές επιθετικές προσθετικές/παραθετικές/μη περιοριστικές (λειτουργούν ως επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη που αναφέρονται και παραθέτουν μια λεπτομέρεια που δε θεωρείται απαραίτητη για τη διάκριση και τον επακριβή προσδιορισμό αυτής), π.χ. «Έχασα το κινητό, το οποίο μού χάρισε ο πατέρας μου». Δε βάζουμε κόμμα στις υπόλοιπες περιπτώσεις: α) στις επιρρηματικές που προσδιορίζουν άμεσα το ρήμα, π.χ. «Πήγαινε όπου θέλεις», β) στις ελεύθερες ονοματικές που έχουν θέση υποκειμένου, αντικειμένου ή κατηγορούμενου, π.χ. «Διάβασα όσα μου είπες», β) στις επιθετικές προσδιοριστικές/περιοριστικές (η πληροφορία αναγκαία για τον προσδιορισμό-κατανόηση της λέξης στην οποία αναφέρεται), π.χ. «Στην κατηγορία αυτή ανήκουν αριθμοί οι οποίοι είναι ζυγοί»
5. Στην επεξήγηση ή παράθεση, πριν και μετά τη λέξη (Ο φίλος μου, ο Μάκης, αγόρασε καινούργιο κινητό.)

6. Στους αριθμούς για τη διάκριση των δεκαδικών ψηφίων (Το αγόρασα 150, 70 Ευρώ)

7. Στο αναφορικό «ό,τι»

8. Στη κλητική προσφώνηση (Άννα, έλα γρήγορα) και όταν αυτή είναι μέσα στην πρόταση (παρένθετη προσφώνηση) το κόμμα μπαίνει πριν και μετά τη λέξη (Γιατί, μπαμπά, τρέχεις;)

9. Στα προτασιακά επιρρήματα, αν βρίσκονται μέσα στην πρόταση, πριν και μετά από αυτά (Ο φίλος μου, λοιπόν, αποφάσισε να φύγει), ή αν βρίσκονται στην αρχή (το ίδιο ισχύει και για προτασιακά μόρια), π.χ. «Ναι, θα έρθω / Βέβαια, θα έρθω»

Βασίλης Πρασσάς, Νεοελληνική Γλώσσα Α΄ Γυμνασίου, εκδόσεις Κοκοτσάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου